ΑΠΟΨΕΙΣ

Να πολεμάμε το φασισμό, όπου και όπως κι αν εκδηλώνεται…

Του Νίκου Λέκκα*

Ας να σκεφτούμε πώς θα ήταν ο κόσμος σήμερα αν στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο είχαν νικήσει η ναζιστική Γερμανία και η φασιστική Ιταλία.
Πρώτα πρώτα, θα ήταν ένας κόσμος πιο βάρβαρος και βίαιος, ακόμα πιο βάρβαρος απ’ αυτόν που υπάρχει σήμερα. Ας σκεφτούμε πώς φέρονταν οι ναζί στις χώρες που βρίσκονταν υπό την κατοχή τους. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ούτε από το Δίστομο ούτε από τα Καλάβρυτα για να έχει ακούσει ιστορίες φρίκης από την Κατοχή. Δείτε έναν χάρτη με τα καμένα από τους ναζί ελληνικά χωριά. Από εδώ, με τη μάχη της Κρήτης, ξεκίνησαν οι ναζί να προβαίνουν σε βαρβαρότητες κατά αμάχων: στα χωριά που τους αντιστάθηκαν, σε αντίποινα, εκτελούσαν όλους τους άντρες. Τέτοιες θηριωδίες γενικεύτηκαν στη συνέχεια στο Ανατολικό μέτωπο. Από τα 5 εκατομμύρια αιχμαλώτους Ρώσους που συνέλαβαν οι Γερμανοί, επέζησαν μόνο τα 2 εκατομμύρια.
Ίσως να πει κανείς ότι πόλεμος ήταν, θα γίνονταν και βαρβαρότητες και εγκλήματα. Οι φασίστες, όμως, λάτρευαν τον πόλεμο, βρίσκονταν στο στοιχείο τους, αποθέωναν τη βία, και επιπλέον τα εγκλήματά τους δεν ήταν κοινά. Πέρα από το ότι υπήρξαν πάμπολλοι Γερμανοί εγκληματίες πολέμου, ειδικά για τους ναζί δημιουργήθηκε μια νέα νομική κατηγορία, το «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» που αφορούσε τη δολοφονία και την υποδούλωση άμαχων πληθυσμών και μάλιστα για πολιτικούς και «φυλετικούς»/θρησκευτικούς λόγους. Για πρώτη φορά στην ιστορία επιχειρήθηκε συνειδητά η εξόντωση ενός ολόκληρου λαού, εκατομμυρίων ανθρώπων απλώς και μόνο επειδή ήταν Εβραίοι. Ακόμα πιο ανατριχιαστικό είναι ότι οι μαζικές αυτές δολοφονίες δεν έγιναν σε μια έκρηξη μίσους, δεν ήταν ένα πογκρόμ που ξεκίνησε με κάποια (έστω ψεύτικη) αφορμή: εν πλήρη ηρεμία, με κανονικές γραφειοκρατικές διαδικασίες και με βιομηχανική οργάνωση, εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώνονταν επειδή οι ναζί είχαν αποφασίσει ότι δεν είχαν δικαίωμα να ζουν. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί η ναζιστική ιδεολογία έχει αποκληθεί εγκληματική.
Αν είχε νικήσει ο φασισμός, ο κόσμος θα ήταν πιο σκληρός, ακόμα πιο σκληρός απ’ ό,τι σήμερα, θα επικρατούσε ο νόμος της ζούγκλας, το δίκαιο του ισχυρότερου, χωρίς τους μετριασμούς του που έχουν εφεύρει οι ανθρώπινες κοινωνίες. Οι φασίστες λάτρευαν τη δύναμη, αυτό που ήθελαν ήταν να τους φοβούνται. Οι αδύναμοι προορίζονταν για τον Καιάδα: στη ναζιστική Γερμανία δεν υπήρχε θέση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, στειρώνονταν ή εξοντώνονταν (το 1939-41 ευθανασία εφαρμόστηκε σε 70.000 Γερμανούς με ανίατες ασθένειες ή φρενοβλαβείς). Αυτή η απουσία ελέους έφερνε τους ναζί κάποτε σε ψυχρότητα ή και σε σύγκρουση με την Εκκλησία: στα στρατόπεδα συγκέντρωσης το 1937 στάλθηκαν και 700 ιερείς. Ο γραμματέας του ναζιστικού κόμματος Μ. Μπόρμαν δήλωνε ότι «ο εθνικοσοσιαλισμός και ο χριστιανισμός είναι δύο ασύμβατες έννοιες».

Θα ήταν ένας κόσμος πιο απάνθρωπος, αν είχαν νικήσει οι ναζί . άλλωστε γι’ αυτούς δεν υπήρχε η έννοια της ανθρωπότητας: υπήρχαν μόνο φυλές, ανώτερες και κατώτερες, σε αιώνια πάλη μεταξύ τους, και είναι απολύτως θεμιτό οι ανώτερες να υποδουλώσουν ή να εξοντώσουν τις κατώτερες φυλές. Θα ήταν λοιπόν ένας κόσμος λιγότερο ηθικός: οι στοιχειώδεις ηθικοί φραγμοί απέναντι στον συνάνθρωπο δεν ισχύουν για όσους δεν ανήκουν στη σωστή φυλή.
Θεωρητικά οι ναζί είχαν τους Έλληνες ψηλά στην ιεραρχία των εθνών, ως απογόνους των αρχαίων Σπαρτιατών κλπ. Κατά την κατοχή όμως τους άφησαν να πεθαίνουν κατά χιλιάδες από την πείνα, μεριμνώντας μόνο για τον εφοδιασμό των δικών τους στρατευμάτων κατοχής.
Αν είχε νικήσει ο φασισμός, ο κόσμος μας θα ήταν πιο δίκαιος; Όχι. Εξ ορισμού οι άνθρωποι δεν θα θεωρούνταν ίσοι μεταξύ τους, η ισότητα κατηγορούνταν από τους φασίστες ως αξία της δημοκρατίας (όπως και είναι), δεν θα υπήρχε κράτος δικαίου και ίση μεταχείριση των πολιτών. Τα μέλη των εθνικών μειονοτήτων δεν θα είχαν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες. Η ανισότητα στις σχέσεις των δύο φύλων προωθήθηκε από τους ναζί: θα ζούσαμε σ’ έναν κόσμο πιο πατριαρχικό, η αντρική εξουσία θα ενισχυόταν, οι γυναίκες θα όφειλαν να περιορίσουν την κοινωνική τους ζωή και να αποσυρθούν στο σπίτι.

Σ’ έναν φασιστικό κόσμο η δουλεία θα επανερχόταν, επίσημα ή ανεπίσημα. Κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου για την εντατική λειτουργία της πολεμικής της βιομηχανίας η ναζιστική Γερμανία χρησιμοποίησε κυριολεκτικά δουλική εργασία, αιχμαλώτων ή αμάχων από κατεχόμενες χώρες που δούλευαν επί τόπου ή αναγκάζονταν να μεταφερθούν στη Γερμανία για να εργαστούν.
Τουλάχιστον στο εσωτερικό της εθνικής κοινότητας θα υπήρχε μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, θα ήταν μικρότερες οι διαφορές μεταξύ φτωχών και πλουσίων; Στο κάτω κάτω ναζί σημαίνει «εθνικοσοσιαλιστής» (Nazional Sozialistische) και οι σοσιαλιστές είναι ευαίσθητοι σε τέτοια ζητήματα. Η απάντηση είναι όχι: στη ναζιστική Γερμανία τα κέρδη των επιχειρηματιών αυξήθηκαν και οι μισθοί των εργαζομένων μειώθηκαν. Παρ’ όλες τις αντιπλουτοκρατικές τους φανφάρες οι φασίστες λειτούργησαν σαφώς υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου, όπως τους κατηγορούσαν από την αρχή οι αντίπαλοί τους που έβλεπαν Γερμανούς επιχειρηματίες να πληρώνουν το αεροπλάνο με το οποίο ο Χίτλερ έκανε τις προεκλογικές του περιοδείες και να καταβάλουν τα έξοδα συντήρησης των ναζιστικών ταγμάτων εφόδου.
Στην Ιταλία οι φασίστες ξεκίνησαν την άνοδό τους ως μπράβοι στην υπηρεσία των γαιοκτημόνων, που έβλεπαν τους χωρικούς να ζητάνε την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών τους. Ο Μουσολίνι όταν πήρε την εξουσία ακολούθησε μια ορθόδοξη φιλελεύθερη οικονομική πολιτική, για να υιοθετήσει τη δεκαετία του ’30 μεγαλύτερες δόσεις κρατικού παρεμβατισμού, πάντα σε αγαστή συνεργασία με τον ιταλικό Σύνδεσμο Βιομηχάνων.

Η οικονομική ανάπτυξη που προέκυπτε έτσι, δεν μπορεί να αποτελέσει μοντέλο που μπορεί να εφαρμοστεί παντού: εκτός κι αν μας ικανοποιεί το να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου κάθε λίγο θα πρέπει να γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος στον οποίο (μαζί με όλες τις άλλες καταστροφές) θα καταστρέφονται όσα έχει φτιάξει η πολεμική βιομηχανία κάθε χώρας και μετά θ’ αρχίζει ένας νέος κύκλος παραγωγής και καταστροφής. Η σχεδόν πλήρης απασχόληση που πέτυχε η ναζιστική Γερμανία είναι αδιαχώριστη από την επιθετικότητά της και τον πόλεμο που ακολούθησε: όταν όλα υποτάσσονται στην προετοιμασία για πόλεμο, κάποια στιγμή ο πόλεμος θα πρέπει να γίνει (και να ξαναγίνει, σ’ έναν κύκλο που μπορεί να τελειώσει μόνο με την ήττα του φασισμού).
Ένας κόσμος στον οποίο θα είχαν νικήσει οι φασίστες θα ήταν λιγότερο ελεύθερος, λιγότερο ανεκτικός, πιο μισαλλόδοξος. Πόσο ελεύθερος είσαι όταν φοβάσαι ανά πάσα στιγμή για τη σωματική σου ακεραιότητα; Πόσο ελεύθερα μπορείς να σκέφτεσαι σε καθεστώς «υποχρεωτικής εθνικής ενότητας»; Πόσο ελεύθερος είσαι όταν δεν μπορείς να μιλήσεις γιατί ό,τι πεις θα φτάσει στα αυτιά της μυστικής αστυνομίας, της Γκεστάπο, και θα σε κλείσουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης; Πόσο ελεύθερος είναι ένας κόσμος στον οποίο έχει επιστρέψει η δουλεία ως θεσμός, η σκλαβιά; Στον οποίο θα κυριαρχούσαν η ρουφιανιά, η καχυποψία, ο φόβος; Στον οποίο θα διώκονταν οι ιδέες και όχι μόνο οι πράξεις; Στον οποίο με συνοπτικές διαδικασίες θα κλείνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στον οποίο η προσωπική και η συλλογική αυτονομία δεν θα υφίστατο μπροστά στις επιθυμίες ενός κράτους που θα αυτοαποκαλούνταν «ολοκληρωτικό»; Σύμφωνα με τον υπεύθυνο του Γραφείου εργασίας των ναζί, ο μόνος ιδιωτικός χρόνος του ατόμου θα έπρεπε να είναι η ώρα που κοιμάται.

Θα ήταν τουλάχιστον ένας κόσμος πιο πειθαρχημένος; Σίγουρα όχι με τον τρόπο που εννοούσε ο Περικλής/Θουκυδίδης στον «Επιτάφιο», όχι με μια εσωτερική πειθαρχία που πηγάζει μεταξύ άλλων από τη συμμετοχή των ανθρώπων στη θέσπιση των κανόνων. Θα ήταν ένας κόσμος πιο υποταγμένος, όπου οι απλοί άνθρωποι θα έπρεπε να υπακούουν σε κανόνες που θα είχαν οριστεί χωρίς τη συμμετοχή τους. Τυφλή υπακοή σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι αποποιείσαι την ευθύνη για τις πράξεις σου: μετά τον πόλεμο όλοι οι ναζί ισχυρίζονταν ότι εκτελούσαν εντολές, οπότε δεν ευθύνονταν για τα εγκλήματα που είχαν κάνει.
Θα ήταν, λοιπόν, ένας κόσμος λιγότερο δημοκρατικός, όπου οι άνθρωποι θα έλεγχαν λιγότερο τη ζωή τους και δεν θα προβλέπονταν διαδικασίες μέσω των οποίων θα μπορούσαν να επηρεάζουν την πολιτική του κράτους. Ο φασισμός προήλθε από τάσεις που αναπτύχθηκαν μετά το 1789 κατά των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης, κατά του δημοκρατικού κινήματος που διεκδικούσε το δικαίωμα ψήφου για όλους, και αργότερα κατά του μαρξισμού και του σοσιαλιστικού κινήματος που ζητούσαν τη δημιουργία μιας κοινωνίας ίσων ανθρώπων.
Ένας φασιστικός κόσμος, τέλος, θα ήταν ένας κόσμος λιγότερο ορθολογικός, λιγότερο διαφωτισμένος. Θα έχετε ακούσει για το κάψιμο από τους ναζί των βιβλίων που δεν τους άρεσαν. Γι’ αυτούς η εθνικότητα του επιστήμονα ήταν πιο σημαντική από το αν είχε δίκιο: φιλοδοξούσαν να δημιουργήσουν μια «γερμανική φυσική» που θα αντικαθιστούσε την «εβραϊκή φυσική» του Αϊνστάιν. Οι άνθρωποι θα μάθαιναν όχι να αναζητούν τα αίτια των προβλημάτων τους και λύσεις γι’ αυτά, αλλά αποδιοπομπαίους τράγους, κάποιον να του φορτώσουν τη δυστυχία τους και να ξεσπάσουν πάνω του, όπως έκανε ο Χίτλερ με τους Εβραίους. Αντί να κρίνουν τους ηγέτες τους, θα καλούνταν να τους λατρεύουν (Fuhrerprinzip). Αντί να διερωτούνται για την ορθότητα των εντολών, θα έπρεπε να τις υπακούν.
Θα έχετε ακούσει ότι εμείς οι Έλληνες δεν μπορούμε να είμαστε φασίστες, ότι έχουμε ανοσία στο μικρόβιο του φασισμού, αφού έχουμε ζήσει Κατοχή και έχουμε υποφέρει τόσο από τη φασιστική βία. Να μην ξεχνάμε, όμως, ότι στην Κατοχή ήταν χιλιάδες και οι Έλληνες που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, φορώντας γερμανικές στολές και που χαρακτηρίστηκαν προδότες απ’ όλες τις πολιτικές δυνάμεις μετά την απελευθέρωση.

Αν θέλουμε να σβηστεί για πάντα από τη μνήμη της ανθρωπότητας, η ναζιστική θηριωδία, δεν αρκεί να την καταδικάζουμε σε εκδηλώσεις επετειακού χαρακτήρα σαν τη σημερινή. Πρέπει να επαγρυπνούμε και να πολεμάμε το φασισμό όπου και όπως κι αν εκδηλώνεται: Στη δουλειά, στην πολιτική, στην οικονομία, στις διακρατικές σχέσεις, στην επικοινωνια μας με τους άλλους λαούς, ακόμα και μέσα στην ίδια την οικογένειά μας. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να επιδοθούμε σε μία ευγενική άμιλλα με τους άλλους λαούς και να πάρουμε απ’ αυτούς ό,τι καλύτερο έχουν, όπως κι αυτοί από τοδικό μας λαό. Μόνο έτσι θα μπορέσει να βαδίσει ολόκληρη η ανθρωπότητα χέρι-χέρι στο δρόμο της προόδου και της προκοπής.
Ο φασισμός δεν είναι μια μακρινή ιστορία. Ας μην έχουμε την αυταπάτη ότι ξεμπερδέψαμε μια και καλή μ’αυτόν όντα τελειώσαμε με το Χίτλερ. Με το Χίτλερ τελειώσαμε, όχι όμως και με το χιτλερισμό. Ο φασισμός αν οι λαοί δεν έχουν τα μάτια τους ανοιχτά, μεταμορφώνεται συνεχώς προσπαθώντας να τους εξαπατήσει και να τους παρασύρει στο παιχνίδι του πολέμου και της αλληλοεξόντωσης. Ο λύκος αλλάζει συνεχώς προβιά, προβάροντας κάθε φορά την πιο φανταχτερή για την περίσταση. Δεν είναι και πολύ δύσκολο για έναν λαό τσακισμένο από την ανέχεια και απογοητευμένο από την πολιτική και τους πολιτικούς να πέσει στα νύχια ενός επιτήδειου φασίστα.

Οι Έλληνες, λοιπόν, δεν έχουμε ανοσία στον φασισμό. Κανείς δεν έχει. Γι’ αυτό έχει σημασία να λέγονται όλα αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό έχει σημασία να γιορτάζουμε μ’ αυτό το πνεύμα την 28η Οκτωβρίου.

Ο κ. Νίκος Λέκκας είναι καθηγητής Φυσικής.

Κατηγορίες:ΑΠΟΨΕΙΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.