
Στο μικρό χωριό, στριμωγμένο ανάμεσα στα βουνά και τους λόφους, ο μπαρμπα-Κώτσης ήταν η προσωποποίηση της παλιάς εποχής. Σκυφτός, με μουστάκι παχύ σαν βούρτσα και βλέμμα που κάρφωνε πιο πολύ κι από τις βελόνες του πλεκτού της θειάς Αγγέλως, ο μπαρμπα-Κώτσης είχε μια και μοναδική αποστολή στη ζωή: να χαλάσει τη μέρα του Δημητρού.
Αυτό το παιδί το είχε «συμπαθήσει» από την πρώτη μέρα που τον χαιρέτισε με τα μεγάλα γελαστά του μάτι. Ίσως γιατί ο Δημητρός ήταν το ακριβώς αντίθετο του μπαρμπα-Κώτση. Νέος, γεμάτος όνειρα, σχέδια και καινοτομίες, οικογενειάρχης και δουλευταράς. Ίσως γιατί, είχε το «κουσούρι» να θέλει να εκσυγχρονίσει το χωριό. «Μας έφαγες με τα αυλάκια σου και τα νερά σου!» γκρίνιαζε ο μπαρμπα-Κώτσης κάθε φορά που ο Δημητρός πρότεινε κάτι νέο. Κι όσο ο Δημητρός γέμιζε το μυαλό του με σχέδια και πάλευε να πείσει τους συγχωριανούς του, τόσο ο μπαρμπα-Κώτσης γέμιζε την ψυχή του με κακία.
Τον καημό του μπαρμπα-Κώτση τον συμμεριζόταν μόνο μια μακρυνο-θειά του Δημητρού, η κυρά-Στάσα ψηλή, ξεΐγκλωτη, γεροντοκόρη, κοκέτα μιας άλλης εποχής, που δεν άντεχε να βλέπει το παλικάρι και την οικογένειά του. Πρασίνιζε από τη ζήλεια της.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν τόσο ξηρό, που ακόμα και οι πέτρες είχαν αρχίσει να ιδρώνουν. Τα χωράφια μαράζωναν και το χωριό ολόκληρο στράγγιζε τις στάμνες για λίγο νερό. «Πού είναι τα νερά σου τώρα, Δημητράκη;» σάρκαζε ο μπαρμπα-Κώτσης, τρίβοντας τα χέρια του. «Να δω πως θα κάνεις χωρίς νερό τις πρωτοπορίες σου!» «Άσε κύριε Κώστα μου», συμπλήρωνε η Στάσα, «τώρα που δεν έχει νερό, να δεις που θα διαλυθεί και η οικογένειά του. Μόνος του θα μείνει. Ο αχαΐρευτος!», έλεγε και γέμιζε το στόμα της φαρμάκι.
Από την άλλη ο Δημητρός, όπως και όλο το χωριό, προσευχόταν μέρα και νύχτα. «Ρίξε θέ μου μια βροχή να ανασάνει ο τόπος. Κι εγώ θα την κάνω χρυσάφι, για όλους» μουρμούριζε καθώς περπατούσε σκεφτικός στα πέτρινα σοκάκια.
Και να που, λες και τον άκουσε ο καιρός, άνοιξαν τα ουράνια και ξέσπασε μια βροχή που το χωριό δεν είχε ξαναδεί. Το ποτάμι φούσκωσε, τα ρυάκια κύλησαν ορμητικά, και ο Δημητρός, με την καρδιά γεμάτη ευγνωμοσύνη, άφησε το σπίτι του κι έτρεξε στα χωράφια. Με ένα παλιό φτυάρι κι ένα κεφάλι γεμάτο σχέδια, έσκαβε αυλάκια για να οδηγήσει τα νερά και να ποτίσει τα δικά του αλλά και των συγχωριανών του.
Ο μπαρμπα-Κώτσης αφηνίασε και τον πήρε το κατόπι. Παραφυλάγοντας πίσω από τον μισογκρεμισμένο φράχτη του, τον είδε που πάλευε. «Κοίτα τον! Αχά! πατάει τα χωράφια μου!» φώναξε, και έτρεξε αμέσως να φωνάξει τον αγροφύλακα.
Ο αγροφύλακας, ήταν ένας λιγομίλητος άντρας με μάτια που ήξεραν να ζυγίζουν το δίκιο. Είδε τον Δημητρό να παλεύει με τη λάσπη και κατάλαβε, όμως, ο νόμος ήταν νόμος. «Δημητρό,» είπε με βαριά φωνή, «ο μπαρμπα-Κώτσης έχει δίκιο για το πάτημα.»
«Δίκιο έχεις, αγροφύλακα. Θα φροντίσω να μην ξαναγίνει.», απάντησε ο νέος, όμως ο αγροφύλακας, συνέχισε ακόμη πιο αυστηρά: «Οι εργασίες πρέπει να σταματήσουν.» Ο Δημητρός, ξαφνιασμένος από τη σκληρότητα του λόγου, πήρε μια βαθιά ανάσα και απάντησε: «Το νερό που χάνεται είναι πολύτιμο», αντέτεινε όμως ο αγροφύλακας δεν δεχόταν κουβέντα. Ο Δημητρός, με βαριά καρδιά άφησε καταγής το φτυάρι, ενώ ο μπαρμπα-Κώτσης γελούσε χαιρέκακα κάτω από τα μουστάκια του.
Κι ενώ ο Δημητρός πολεμούσε με τα στοιχεία της φύσης, το σπίτι του έμενε αφύλακτο. Η βροχή έβρισκε κάθε μικρή χαραμάδα, γλιστρούσε μέσα και άφηνε πίσω της λιμνούλες στο πάτωμα και μια σκεπή που πια ήθελε φτιάξιμο. Όταν τελείωσε η καταιγίδα, ο Δημητρός γύρισε στο σπίτι του κουρασμένος, μόνο και μόνο, για να το βρει πλημμυρισμένο.
Ο μπαρμπα-Κώτσης, σαν «καλός» χωρικός, έτρεξε να «συμπονέσει». «Ωχ, Δημητράκη μου, τι συμφορά! Αχ, τι κρίμα!» έλεγε μεγαλόφωνα, μα κάτω από τα μουστάκια του κρυφογελούσε. «Καλά να τα πάθει!», σκεφτόταν.
Μα η χαρά του δεν κράτησε πολύ. Το χωριό, βλέποντας τον Δημητρό να βοηθά τους πάντες, σηκώθηκε σύσσωμο να τον στηρίξει. Άντρες και γυναίκες, με φτυάρια και καρφιά, μαζεύτηκαν να φτιάξουν τη σκεπή του και να σκάψουν αυλάκια που θα οδηγούσαν το νερό της βροχής στα χωράφια.
Ο μπαρμπα-Κώτσης έμεινε μόνος, πίσω από τον φράχτη του, να σιγοβράζει από το κακό του. «Όλοι για τον Δημητρό! Και ποιος νοιάστηκε για μένα;» μουρμούριζε. Μα κανείς δεν τον άκουσε. Όλοι ήταν απασχολημένοι να σηκώσουν το χωριό λίγο ψηλότερα.
Κι έτσι, στην άκρη του χωριού, ο μπαρμπα-Κώτσης έμεινε να μετράει τις στάλες της βροχής που δεν έφτασαν ποτέ στα δικά του αυλάκια, ενώ τα κροκοδείλια δάκρυα της «συμπόνοιας» του στέγνωναν κάτω από τον ήλιο της δικαιοσύνης.
Κατηγορίες:ΑΠΟΨΕΙΣ
















