Γράφει ο Λεωνίδας Στεργιόπουλος*
Το έτος 2011 βραβεύτηκε από δημόσιο φορέα ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος, την ποίηση του οποίου εκτιμώ ιδιαίτερα, παρεμπιπτόντως. Το βραβείο συνοδευόταν από δελεαστικό χρηματικό ποσό (υπήρχαν ακόμη κάποια χρήματα στο ταμείο τότε).
Η είδηση της βράβευσης, δεδομένου ότι επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, θα χανόταν σύντομα από τη επικαιρότητα, συνωθούμενη ανάμεσα σε άλλες βραβεύσεις μικρότερης η μεγαλύτερης σημασίας.
Ωστόσο αυτή ξεχώρισε και ξεχώρισε επειδή ο ποιητής αρνήθηκε να την παραλάβει και μαζί με αυτή αρνήθηκε να παραλάβει και το ουδόλως ευκαταφρόνητο χρηματικό πόσο.
Ο λόγος ήταν μια παλαιότερη παρέμβαση του ποιητή, το έτος 1979 (δηλαδή 32 χρόνια πίσω), όπου δήλωνε την αντίθεσή του σε κάθε είδους βράβευση.
Και αυτό θα πέρναγε σχετικά απαρατήρητο, αν δεν ήταν γνωστό ότι τα οικονομικά, του εν λόγω, εκινούντο στο όριο της αξιοπρεπούς φτώχιας.
Αυτός ο άνθρωπος αρνήθηκε χρήματα που του χάριζαν, ενώ τα είχε ανάγκη, επειδή απλά η αποδοχή τους θα ήταν αντίθετη με τις απόψεις του, απόψεις που είχαν εκφραστεί πριν από 32 ολόκληρα χρόνια και που σίγουρα ελάχιστοι η και κανένας δεν θα ενθυμείτο. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος ξέθαβε την παλαιά αυτή δήλωση, φαντάζομαι ότι θα κατανοούσε μια αλλαγή στάσης μετά από τόσα χρόνια.
Όμως όχι ο Χριστιανόπουλος δεν πτοήθηκε από τη γνώμη του πλήθους αλλά από τη γνώμη της συνείδησής του.
Αυτό με συγκλόνισε και είναι η αιτία που το θεωρώ μάθημα ζωής και το θυμάμαι ακόμη. Έψαξα αρκετά σε αναζήτηση ανάλογων περιστατικών.
Βρήκα αντιθέτως άπειρα δημόσια πρόσωπα (πολιτικούς, καλλιτέχνες, δημοσιογράφους), που άλλαξαν τις απόψεις τους, εν μία νυκτί. Ειδικά όταν ο λόγος ήταν κάποια ανώτερη δημόσια θέση (π.χ. υπουργείο) ή απλά μόλις ακούετο ο ήχος του χρυσίου να πίπτει.
Άπειρες είναι οι περιπτώσεις , ειδικά από πολιτικά πρόσωπα, που με περισσή ευκολία και ευγλωττία, προσπαθούν να μας πείσουν σήμερα για πράγματα που μόλις χθες καταδίκαζαν.
Παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, τελικά ούτε στη θέα του χρήματος ούτε στη δόξα αντιστεκόμαστε ιδιαίτερα. Αν μάλιστα είναι ‘νόμιμα και ηθικά’ τότε προφανώς και δεν το συζητάμε.
Ας κρατήσουμε το όνομα ‘Χριστιανόπουλος’ και ας κρατήσουμε και τη λεπτομέρεια ότι ο εν λόγω είναι δεδηλωμένος ομοφυλόφιλος.
Ας έρθουμε τώρα στα πρόσφατα γεγονότα τα σχετιζόμενα με τη Χρυσή Αυγή. Όπως όλοι γνωρίζουμε έχουν συλληφθεί κάμποσα μεγαλοστελέχη της με σειρά κατηγοριών. Σύσταση συμμορίας, παραστρατιωτική οργάνωση, επιθέσεις, οπλοκατοχή και οπλοχρησία, δολοφονίες, ρατσιστικό κήρυγμα και άλλα ανάλογα.
Όλα τα παραπάνω ήταν αυτά που χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν τα μέλη και τα στελέχη της οργάνωσης, τα οποία ουδόλως απέκρυπταν.
Τάγματα εφόδου, ομαδικές επιθέσεις σε αλλοδαπούς, μαχαιρώματα και δολοφονίες, βιαιοπραγίες, ρατσισμός, ναζιστική προπαγάνδα κλπ.
Η εικόνα που είχαν διαμορφώσει και παρουσίαζαν υπερηφάνως από όλα τα διαθέσιμα μέσα και την τηλεόραση, ήταν του μπρατσωμένου νταή, που δε φοβάται κανέναν και τίποτα (το γεγονός ότι για τις παλληκαριές τους μαζευόταν όλη η οργάνωση θα έπρεπε να μας βάλει σε υποψία σχετικά με το θάρρος τους).
Να τα μπράτσα, να και οι γραμμώσεις των κοιλιακών, ιδού το αρχαίο ελληνικό κάλος. Η αλήθεια είναι ότι από τα πολλά μπρατσοδυναμωτικά η εμφάνισή τους μάλλον προς μπράβων του υποκόσμου έφερνε παρά προς τον Ερμή του Πραξιτέλη.
Συχνά ακούγαμε δημόσιες δηλώσεις τους, πάντα με το ύφος του ατρόμητου άντρακλα (που δε φοβάται τίποτα είπαμε), να αποκαλούν τους ασιάτες υπανθρώπους να υπερασπίζονται τις βιαιοπραγίες, τους είδαμε με ζωγραφισμένους αγκυλωτούς στα ‘ατσαλένια’ τους μπράτσα, είδαμε τις σημαίες τους εισαγωγή από τα SS και τη Wehrmacht, είδαμε ασκήσεις με όπλα και παρελάσεις τύπου στρατιωτικού αγήματος και κάμποσα άλλα που δηλώνουν παραστρατιωτική οργάνωση, ναζιστικής ιδεολογίας, με σκοπό την άσκηση βίας.
Άλλωστε ουδέποτε δήλωσαν δημοκρατικοί.
Το ύφος και η ιδεολογία αλλά κυρίως ο αντρισμός του παλληκαρά, φαίνεται πως ενέπνευσαν αρκετούς συμπολίτες μας που τους υποστήριξαν εκλογικά ή και προσχώρησαν στις οργανώσεις τους.
Έχω ακούσει αρκετούς γύρω μου να δηλώνουν ότι τους ψήφισαν όχι γιατί ασπάζονται την ιδεολογία τους αλλά γιατί ελπίζουν ότι είναι αρκετά τσαμπουκάδες για να δείρουν κάποιους πολιτικούς που προφανώς το αξίζουν. Ή και όλους αν χρειαστεί.
[Αν το ξέραμε νωρίτερα ότι με τα μπράτσα λύνονται τα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα του τόπου θα είχαμε κάνει πρωθυπουργό τον Καρπόζηλο και υπουργό οικονομικών το Σουγκλάκο (να ‘ναι καλά εκεί που βρίσκονται τώρα)].
Ωμή βία, κάτι σαν το κατς. Και η επίσημη πολιτεία, συμπαραστάτης, είχε ανακαλύψει ένα έξυπνο τρόπο για να εξαφανίσει τους ‘ανεπιθύμητους’ από το πρόσωπο της Αθήνας (ειδικά). Αφήνοντας τα τάγματα εφόδου της ΧΑ να αλωνίζουν τα βράδια στο κέντρο ανάγκαζε τους ’ανεπιθύμητους’ να χώνονται νωρίς νωρίς στα σπίτια τους. Και έτσι κρύβοντας τα σκουπίδια κάτω από το χαλί η κυβέρνηση έκανε μεταναστευτική πολιτική.
Όλα καλά, μέχρι που μια μέρα η καλή μας κυβέρνηση ανακάλυψε ότι τα αγαθά αυτά παλληκάρια ξεπέρασαν τα εσκαμμένα. Άρχισαν να μαχαιρώνουν και λευκούς. Βασικά στερούσαν ψήφους από τη ΝΔ, αλλιώς και αυτό θα το τρώγαμε αμάσητο.
Και επέπεσαν επάνω, σαν ώριμοι από καιρό σα θαρραλέοι (που λέει και ένας άλλος ποιητής), να ξεθάβουν υποθέσεις να συλλαμβάνουν κόσμο και να μας βομβαρδίζουν πληροφοριακά, με αυτό που όλοι ξέραμε από την αρχή, ότι η ΧΑ είναι εγκληματική συμμορία.
Ο αρμόδιος Υπουργός (κάποιος Δένδιας) θυμήθηκε ότι είχε ξεχασμένες το συρτάρι του 32 ολόκληρες υποθέσεις για τον εισαγγελέα, η δε τηλεόραση απορούσε πως είναι δυνατόν αυτά τα καλλίγραμμα καλόπαιδα, που βοηθούσαν γριούλες να περνούν το πεζοδρόμιο, τα βράδια άλλαζαν και από Δόκτορ Τζέκιλ γίνονταν Μίστερ Χάιντ. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Εκεί που η μετάλλαξή όμως έκανε θαύματα ήταν η εμφάνιση των εγκαλούμενων ενώπιον του ανακριτή και των λοιπών δικαστικών αρχών.
Οι μαύρες μπλούζες και οι στολές παραλλαγής έγιναν κουστουμάκια και γραβάτες, τα ναζιστικά σύμβολα βαπτίστηκαν αρχαιοελληνικά, η βία καταδικάστηκε απερίφραστα, ο χιτλερισμός εκτοπίστηκε στο πυρ το εξώτερον . Γνωστός στην περιοχή μας βουλευτής δήλωσε ότι από αγάπη για τους Πακιστανούς προσπαθεί να μάθει και τη γλώσσα τους.
Εκεί που παινεύονταν και προπαγάνδιζαν ότι αναλαμβάνουν έργα καθαρισμού σκουρόχρωμων, έγιναν ακραιφνείς υπέρμαχοι της πολυχρωμίας.
Ούτε ένας δεν είχε το θάρρος να δηλώσει ενώπιων του ανακριτή αυτά που δήλωνε και ενεργούσε όσο είχε την κάλυψη της κυβέρνησης και των παπαγάλων της τηλεόρασης.
Ούτε ένας δεν είχε το σθένος για να υποστηρίξει τις απόψεις του.
Όλοι ξαφνικά μεταμορφώθηκαν σε ανύποπτες παρθένες.
Και τα ατσάλινα μπράτσα τι έγιναν ρε παιδιά, που πήγε ο ‘μάτσο’ αντρισμός σας.
«Κότες τριλειράτες και μακροπουπουλάτες», που δήλωσε γνωστή και υψηλή βουλευτίνα (κρητικής καταγωγής με αιωνόβιο μπαμπά).
Και τώρα θα τολμήσω το αφελές ερώτημα.
Ποιος είναι ποιο άνδρας, ο ομοφυλόφιλος ποιητής, που υπερασπίστηκε την άποψή του παρά την αγωνιώδη αντίρρηση της τσέπης του ή ο μπρατσωμένος ελληναράς, που πριν αλέκτωρ λαλήσει, απαρνήθηκε τον εαυτό του πλειστάκις;
Ο κ. Λεωνίδας Στεργιόπουλος
είναι Αναλυτής-Προγραμματιστής
(LeoStergiopoulos@Gmail.com)
Κατηγορίες:ΑΠΟΨΕΙΣ
















