ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι Παραισθήσεις της Μαρκησίας

Μια τυπική χειμωνιάτικη μέρα στην επαρχιακή πόλη η ομίχλη τύλιγε τα γκρίζα κτίρια και οι δρόμοι έμοιαζαν έρημοι. Ωστόσο, μέσα σ’ αυτή την ερημιά, διέκρινε εύκολα ο βιαστικός διαβάτης τη φιγούρα της Μαρκησίας, η οποία προχωρούσε αργά με δραματική μεγαλοπρέπεια, σαν να έδινε παράσταση μπροστά σε ένα αόρατο κοινό.

Η Μαρκησία που ήταν το τελευταίο απομεινάρι μιας αριστοκρατικής οικογένειας έμοιαζε σαν εικόνα άλλης εποχής που είχε ξεχαστεί από τον χρόνο. Τα άλλοτε πλούσια φορέματά της είχαν χάσει τη λάμψη τους και το καπέλο της θύμιζε περισσότερο φωλιά τρωκτικών, παρά σύμβολο κοινωνικής καταξίωσης. Παρ’ όλα αυτά, η Μαρκησία θεωρούσε τον εαυτό της την κορωνίδα της τοπικής κοινωνίας – και αν κανείς δεν το αναγνώριζε, τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς!

Στον κύκλο του ματαιόδοξου κόμη Λάνσελοτ, η Μαρκησία έκανε τα πάντα για να γίνει αρεστή. Πάντα πρώτη να χειροκροτήσει τις εξωφρενικές του ιδέες, πάντα πρόθυμη να κολακεύσει τα ακαλαίσθητα κοστούμια του. «Ω, κόμη μου» έλεγε με φωνή φορτωμένη μελοδραματισμό, «η ιδέα σας για το χρυσό σιντριβάνι στο σαλόνι είναι πραγματικά θεϊκή! Ποιος άλλος θα μπορούσε να συλλάβει κάτι τόσο μεγαλοφυές;»

Στο μυαλό της όμως ύφαινε άλλα σχέδια, που έτρεφαν τη μεγαλομανία της. Είχε ορκιστεί ότι μια μέρα θα καθίσει στη θέση του – ίσως όχι κυριολεκτικά στο χρυσό σιντριβάνι, αλλά σίγουρα στον θρόνο της επιρροής του. Κατέστρωνε γι’ αυτό, σχέδιο μεγαλοφυές, όπως άλλωστε και η ίδια! Έτσι έλεγε στον καθρέφτη της κάθε πρωί.

Αλλά το πραγματικό δράμα της Μαρκησίας δεν ήταν ούτε ο κόμης ούτε οι φαντασιώσεις της. Ήταν ο έπαρχος. Ένας διοικητής που είχε κατακτήσει την εκτίμηση όλων – εκτός, φυσικά, από την ίδια, τουλάχιστον δημοσίως. «Ανόητος, ψυχρός και υπερφίαλος!» έλεγε για εκείνον σε κάθε ευκαιρία. Στην πραγματικότητα, όμως, τα βράδια ονειρευόταν τον έπαρχο να μιλά μόνο μαζί της, να ακούει μόνο εκείνη και να κάνει κάθε επιθυμία της αληθινή. Κι όσο αυτός δεν της έδινε καμία σημασία, αυτή η αντίφαση της πραγματικότητας με τις φαντασιώσεις της, την έτρωγε ζωντανή.

Έτσι, οι μέρες της ήταν ένα μείγμα από επιτηδευμένη ανωτερότητα και στιγμές ανεξέλεγκτης υστερίας. Περιφερόταν στους δρόμους, φωνάζοντας ασυνάρτητα. «Είμαι η πιο λαμπρή προσωπικότητα που γνώρισε ποτέ αυτή η πόλη!» διακήρυττε στους περαστικούς, οι οποίοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την αποφύγουν χαμογελώντας συγκαταβατικά. Κάποτε, έβρισε έναν ανυποψίαστο αρτοποιό που δεν της προσέφερε δωρεάν κρουασάν. «Είσαι ένας ασήμαντος θνητός! Πώς τολμάς να αρνηθείς στη Μαρκησία;» του φώναξε. Ο άνθρωπος την κοίταξε με απορία: Ποια ήταν αυτή; Και πότε είχε ασχοληθεί αυτός μαζί της; «Μη σκας», του είπε ο ψαράς. «Έχει παραισθήσεις, όλος ο κόσμος το ξέρει». 

Οι παραισθήσεις της Μαρκησίας γίνονταν όλο και πιο έντονες. Νόμιζε πως τα πουλιά στους κήπους τραγουδούσαν μόνο γι’ αυτήν, ότι τα σκυλιά της γειτονιάς τη χειροκροτούσαν – και κάποτε ορκίστηκε πως είδε το φεγγάρι να της χαμογελάει. Όσο πιο πολύ την απέφευγε η κοινωνία, τόσο πιο βαθιά βυθιζόταν σ’ έναν φανταστικό κόσμο όπου όλοι μιλούσαν μόνο γι’ αυτή, ασχολούνταν μόνο μ’ αυτήν.

Μια νύχτα η Μαρκησία κατέληξε μόνη στην έπαυλή της να μιλάει στο αόρατο κοινό της. Στεκόταν μπροστά σε έναν σπασμένο καθρέφτη, φορώντας ένα ξεθωριασμένο φόρεμα που κάποτε ήταν βαθύ μπλε βελούδο. «Η Μαρκησία,» αναφώνησε με ύφος θεατρικό, «είναι αθάνατη! Όλοι θα θυμούνται το όνομά μου! Εγώ… εγώ…»

Αλλά κανείς δεν την άκουγε. Και το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή, όπως και η πόλη, που ξημέρωσε μια ακόμα συνηθισμένη μέρα, με τη φιγούρα της Μαρκησίας να σβήνει σιγά-σιγά στη λήθη.

Κατηγορίες:ΑΠΟΨΕΙΣ

Tagged as: ,

Σχολιάστε

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.