
Ο Σπύρος Μελάς, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Εμπρός» περιγράφει με συγκλονιστικές λεπτομέρειες την καταστροφή και την εξαθλίωση που άφησε πίσω της η Κατοχή στη Βόχα – Ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τα χωριά που παλεύουν να ξανασταθούν στα πόδια τους και για το νερό της Στυμφαλίας που δεν έρχεται!
Στις 24 Φεβρουαρίου 1945, η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ δημοσίευσε ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ του ακαδημαϊκού και δημοσιογράφου Σπύρου Μελά, με τίτλο «Το δράμα στα χωριά της Βόχας».
Μέσα από την επιτόπια έρευνά του, ο Μελάς αποτυπώνει με σπαρακτικό τρόπο την καταστροφή που άφησε πίσω της η γερμανική κατοχή στην εύφορη περιοχή της Βόχας, στην Κορινθία. Περιγράφει τα χωριά ερειπωμένα, τους κατοίκους εξαθλιωμένους και πεινασμένους, τα χωράφια εγκαταλελειμμένα. Το άρθρο αποτελεί ένα δραματικό ντοκουμέντο της εποχής, μια κραυγή αγωνίας για την τύχη των αγροτών που άλλοτε ζούσαν περήφανα από τη γη τους και τώρα παλεύουν για την επιβίωση. Με λόγο δυναμικό και γλαφυρό, ο Μελάς ζητά άμεση βοήθεια, τονίζοντας την ανάγκη για υποστήριξη του πρωτογενούς τομέα, ώστε να μπορέσουν οι άνθρωποι της Βόχας να σταθούν ξανά στα πόδια τους.
Η Βόχα πριν τον πόλεμο
Ο Σπύρος Μελάς ξεκινά την αφήγησή του τονίζοντας πως η Βόχα ήταν κάποτε μια «παραδεισένια» περιοχή, γεμάτη αμπέλια και αγροτική παραγωγή, γνωστή για την ευφορία της. Θυμάται και περιγράφει ένα ειδυλλιακό τοπίο με ανθισμένους κάμπους, καλοδιατηρημένα χωριά και κατοίκους εργατικούς και φιλότιμους, που ευημερούσαν από την αγροτική τους δραστηριότητα.
Γράφει: «Η θάλασσα εισχωρεί εδώ στους άπειρους μικρούς κόρφους, τις αγκάλες, τις αμμουδιές και απλώνεται με τις λάμψεις και τα χρώματα της ουράς του παγωνιού (…) τα σμαραγδένια κύματα των θαλερών αμπελιών της σουλτανίνας, που τα τσαμπιά της τα βλέπαμε, όταν περνούσαμε το καλοκαίρι να κρέμωνται από τα κλήματα ή τις «τζιβιέρες» ή και να λιάζονται, απλωμένες, στα τσιμεντοχτισμένα σταφιδάλωνα, θησαυρούς παραμυθένιους από κεχριμπάρι (…) τα χωριά της Βόχας, τα πιο καλοβαλμένα της Ελλάδος, τα πιο αρχιτεκτονημένα και πολιτισμένα, με τις βεράντες και τα μπαλκόνια τους, λουλουδισμένα με φλογάτο γεράνι, με τους τοίχους σκεπασμένους από μπουκιτιέρες και μπουκαμβίλιες, με γεμάτα περιβόλια τους από τις χυμώδες κι ολόχρυσες σφαίρες των εσπεριδοειδών, με τα καλαίσθητα μαγαζάκια τους και μ’ έναν πληθυσμό νοικοκυρεμένο, καλοντυμένο, πρόσχαρο, με το γέλιο και το τραγούδι στο στόμα».

Τα χωριά της Βόχας που τα ονοματίζει ένα-ένα παρότι η γνώμη του είναι ότι αποτελούν ένα σύνολο: «Ένα μακρουλό χωριό που τα γαλήνια πρωινά καθρεφτίζεται στο πέλαγος από Κορίνθου μέχρι Σικυωνίας, μέχρι Κιάτου (…) λέγονται Περιγιάλι, Άσσος, Βραχάτι, Κοκκώνι, Βέλο. Και πίσω από την παραλιακή αυτή ζώνη, στα καταπράσινα ενδότερα, οι άλλες, Ζευγολατιό, Χασάναγα, Ευαγγελίστρια για να ονομάσω τα πιο γνωστά μέρη».
Και παρακάτω αναφέρει: «Καμάρωνα πάντα την πάστρα των σπιτιών και των ψυχών τους, την ευγένεια και τη φιλοξενία τους, την εργατικότητα και την ευθυμία τους, το νοικοκυριό και την άνεσή τους, τις καλοντυμένες, καλοχτενισμένες γυναίκες τους και τα κομψά κορίτσια τους, που την Κυριακή, στον ασφαλτοστρωμένο περίπατο, στο ακροθαλάσσι, ανεμίζοντας τις εσάρπες τους, έβαζαν τα γυαλιά στις δεσποινίδες της Αθήνας».
Κι όμως όλη αυτή η ομορφιά που περιγράφει ο Σπύρος Μελάς, διαλύθηκε από τη γερμανική κατοχή μέσα σε τέσσερα χρόνια αφήνοντας πίσω ερείπια, δυστυχία και εξαθλίωση. «Έφθασαν τέσσερα χρόνια – τέσσερα χρόνια μοναχά!», γράφει σπαράζοντας.
«Αέρας Τραγωδίας φυσάει»
Ο Μελάς συνεχίζοντας αναφέρει πως κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Βόχα λεηλατήθηκε από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς. «Τα πάντα έχουν ρημάξει. Αέρας Τραγωδίας φυσάει. Στο Περιγιάλι, στον Άσσο, στο Βραχάτι, στο Κοκκώνι, στο Βέλο, παντού, όπου σταθούμε οι άλλοτες καθάριοι, καλοντυμένοι και τόσο πρόσχαροι χωριάτες, μάς τριγυρίζουν χλωμοί, βασανισμένοι, γερασμένοι, σιωπηλοί, με ρούχα κουρελιασμένα, διαφόρων εθνοτήτων και στρατών στολές, κουρελιασμένες».
Ολόκληρη η περιοχή από την Κόρινθο μέχρι το Κιάτο μοιάζει εγκαταλελειμμένη, οι κάτοικοι προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε μια απόλυτη φτώχεια. Η πείνα έχει τσακίσει τους ανθρώπους. «Ρούχα! Προφτάστε μας από ρούχα, για όνομα του Θεού! Λίγο ακόμα και θα πέσουν από πάνω μας αυτά που φοράμε», λένε οι κάτοικοι στον Μελά. «Έχουν χάσει τα πάντα», γράφει ο ακαδημαϊκός. «Όχι όμως κι αυτόν τον μυστηριώδη αέρα της ευγένειας και της αξιοπρέπειας, που σαν νάρχεται κληρονομιά μακρυνή, από τα βάθη των αιώνων: Μορφές υψιμέτωπες, σοβαρές, κατορθώνουν, μ’ όλα τα κουρέλια, να ‘χουν το ύφος εκθρονισμένων βασιλιάδων».
Δεν υπάρχουν βασικά είδη διατροφής, αναφέρει ο Σπύρος Μελάς, ούτε μέσα για να τα καλλιεργήσουν ξανά. «Αδυνάτισε η γη», λένε οι κάτοικοι σημειώνοντας ότι ακόμη και η παραγωγή σιτηρών και οσπρίων είναι ελάχιστη. Κι όσο για τη σουλτανίνα και τις ελιές, εκεί τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. «Δεν είχαμε με τι να ψεκάσουμε τ’ αμπέλια και μας αρρώστησαν τα κλήματα τα αφάνισε το κοακίδιο», λένε στον Μελά. Και συνεχίζουν: «Ο δάκος καταστρέφει ελεύθερα της ελιές. Όταν έφευγαν τα γουρούνια (τα γουρούνια είναι οι Γερμανοί), αφού ανατίναξαν το γεφύρι μας, λεηλάτησαν τα μαγαζιά, λήστεψαν τα πάντα, μηχανές, εργαλεία, ψεκαστήρες. Δεν μας άφησαν τίποτα», καταλήγουν με μαράζι.
Οι μαυραγορίτες
«Πώς να τολμήσουμε να γυρέψουμε στο εμπόριο αυτά που μας χρειάζονται;», λένε απελπισμένοι οι κάτοικοι στον αρθρογράφο. «Ο μαυραγορίτης παραμονεύει στην αγορά να αρπάξει τη λίγη σταφίδα που ‘χουμε στην αποθήκη». Και για του λόγου το αληθές, παραθέτουν συγκεκριμένα παραδείγματα: «Για να μας δώσουν μία οκά κρέας, μας γυρεύουν από δεκαπέντε ως είκοσι οκάδες σουλτανίνα!» Ενώ ένας νοικοκύρης στο Βραχάτι του αναφέρει: «Αυτές τις παλιοαρβύλες που φορώ τις αγόρασα μ’ εκατό οκάδες σταφίδα! Αν κοτάς σκέψου να αγοράσεις ψεκαστήρες και εργαλεία!».
Η ανάγκη για βοήθεια
Το άρθρο καταλήγει με μια δραματική έκκληση του Σπύρου Μελά για την άμεση υποστήριξη των κατοίκων της Βόχας. «Πρέπει να πάνε στα χωριά, χωρίς αναβολή, λιπάσματα, φάρμακα για τις αρρώστιες των κλημάτων και των δέντρων, σπόροι, εργαλεία. Να δοθεί μια τιμή στη σταφίδα τους και στους καλλιεργητές τους μακροπρόθεσμα δάνεια και φορολογικές διευκολύνσεις. Πρέπει το κράτος να τους γλυτώσει από τα νύχια των εκμεταλλευτών», σημειώνει επιτακτικά και συνεχίζει θίγοντας ένα ζήτημα, πολύ γνώριμό μας τα τελευταία χρόνια…
«Αλλά στη Βόχα», επισημαίνει ο έγκριτος Ακαδημαϊκός, «υπάρχει το φοβερό ζήτημα του νερού. Αν είχαν λίγα νερά – η περιοχή αυτή στερείται – σε δύο χρόνια θα φτιαχναν εκεί έναν επίγειο παράδεισο. Και όμως, το νερό υπάρχει λίγο παραπάνω – στη Στυμφαλία. Υπάρχουν – από το 1910! – και οι σχετικές μελέτες τη μεταφορά του. Επί τριανταπέντε χρόνια όμως, δεν τα θυμόμαστε αυτά τα σχέδια, παρά μονάχα τις παραμονές των εκλογών, όταν πρόκειται να γελάσουμε τους ψηφοφόρους», γράφει αγανακτισμένος ο Σπύρος Μελάς. Και καταλήγει σαρκάζοντας την ελληνική πραγματικότητα: «Έπειτα τα βάζουμε πάλι να κοιμηθούν στις σκονισμένες θήκες του αρχείου των «υπό μελέτη». Θλιβερή Ιστορία».

Σημείωση συντάκτριας: Λοιπόν, guess what, που λένε και οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι, κύριε Μελά μου. Πέρασαν 80 χρόνια από τότε που τα έγραφες αυτά και το νερό από τη Στυμφαλία, στη Βόχα δεν έχει φθάσει ακόμα. Και το σημαντικότερο; Το παραμύθι με τις σκονισμένες θήκες και τα αρχεία «υπό μελέτην» συνεχίζεται να προβάλλεται κάθε προεκλογική περίοδο με την ίδια μαεστρία με την ίδια λαμπρή επιτυχία από τους πολιτικούς μας! Άστα να πάνε κύριε Μελά μου….
- Πηγή: Αρχείο Εφημερίδων Εθνικής Βιβλιοθήκης
Έρευνα-κείμενα-επιμέλεια: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη
Κατηγορίες:ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ




















