Σερπατίνες, ζευγαράκια, πεισματάρες ντάμες και λαχειοφόρος αγορά σε ένα αλησμόνητο κοσμικό γεγονός μιας άλλης εποχής

Ήταν Σάββατο, ανήμερα των Θεοφανίων του 1934, όταν η «καρδιά» της κοσμικής ζωής του Κιάτου χτύπησε δυνατά στο καφεζαχαροπλαστείο του κ. Γ. Αναγνωστοπούλου. Το ημερολόγιο έγραφε 6 Ιανουαρίου και η πόλη, ντυμένη στα γιορτινά της, ετοιμαζόταν για έναν χορό που θα έμενε χαραγμένος στη μνήμη των κατοίκων, όχι μόνο για τη λάμψη του, αλλά και για τα μικρά, ανθρώπινα στιγμιότυπα που συνθέτουν την ηθογραφία μιας ολόκληρης εποχής.
Η «αμηχανία» της έναρξης και οι πρώτοι τολμηροί
Η βραδιά ξεκίνησε με την τυπική ευγένεια και την αρχική συστολή που χαρακτήριζε τις κοινωνικές συναναστροφές του μεσοπολέμου. Αν και «από τις 9 ½ μ.μ. ήρχισεν ο κόσμος να συρρέη και εντός μιας ώρας η αίθουσα ήτο ασφυκτικώς γεμάτη», η πίστα παρέμενε για ώρα άδεια. Ο κ. Πόγγης, σε ρόλο τελετάρχη, «εις μάτην… προκαλούσε τους πιστούς της Τερψιχόρης να τιμήσουν τη Θεά».
Χρειάστηκε να φτάσει η «δεκάτη και ημίσεια» για να σπάσει ο πάγος, όταν ο κ. Αυγερόπουλος και η Δις Κ. Σιώκου έκαναν την εμφάνισή τους ως το πρώτο ζευγάρι. Η απροθυμία όμως παρέμενε, με μόλις ένα ή δύο ζευγάρια να τολμούν να χορέψουν, κάτω από τα εξεταστικά βλέμματα της τοπικής κοινωνίας.
Όταν το κέφι «κόρωσε»
Όλα άλλαξαν στον τέταρτο χορό. Η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε, οι αναστολές υποχώρησαν και ξαφνικά «άναψαν και κόρωσαν». Η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά, με αποτέλεσμα οι «καραμπόλες και τα ξενυχιάσματα» να γίνουν «είδη πρώτης ανάγκης».
Στις γωνιές της αίθουσας, το κοινωνικό παιχνίδι του φλερτ εξελισσόταν με τους δικούς του αυστηρούς κανόνες. Οι «χυλόπηττες» έπεφταν βροχή από τις ντάμες, ενώ το κείμενο της εποχής μάς παραδίδει ένα μοναδικό μάθημα savoir-vivre: όταν μια δεσποινίς αρνείται πέντε φορές ισχυριζόμενη ότι είναι «αγκαζέ» (ρεζερβέ), ο καβαλιέρος οφείλει να καταλάβει ότι «δεν χρειάζεται να ξέρη μια δεσποινίς χορό για να πάη σ’ ένα κέντρο, πρέπει να ξέρη και ολίγην συμπεριφοράν».
Το κέφι ενισχυόταν από έναν ασταμάτητο «πόλεμο» σερπαντίνας. Κάποιοι νεαροί, μάλιστα, τις πετούσαν «τέσσερες-τέσσερες… χωρίς να τις ξετυλίγουν» για να πετυχαίνουν καλύτερα τον στόχο τους, αναγκάζοντας τους παρευρισκόμενους να σκύβουν διαρκώς και να τις ξαναπετούν, κάνοντας «ψυχικά με ξένα κόλλυβα».
Η λαχειοφόρος και οι τυχεροί
Μια κοσμική συγκέντρωση της εποχής δεν θα ήταν ολοκληρωμένη χωρίς τη λαχειοφόρο αγορά. Τα δώρα αντικατόπτριζαν τις ανάγκες και το κύρος της περιόδου: μια ραπτομηχανή «Σίγγερ» αξίας 8.000 δραχμών, την οποία κέρδισε η Δις Αικατερίνη Ζωγράφου, και ένα κοστούμι από το ραφείο του κ. Χατούπη, που έλαβε ο κ. Σ. Φραντζής, προκαλώντας το ανάλογο «κουτσομπολιό» μεταξύ των καλεσμένων.

Από το βαλς στον τσάμικο!
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μετάβαση της διασκέδασης όσο προχωρούσε η νύχτα. Ενώ η επίσημη μουσική έπαιζε βαλς, φοξ ή σλόου, μετά τις 2 π.μ., όταν οι ντάμες άρχισαν να αποχωρούν, η σκηνή άλλαξε ριζικά.
Τη σκυτάλη πήραν οι «σκλάβοι της ρόδας», οι σωφέρ της εποχής, οι οποίοι αφού κατανάλωσαν άφθονη «μποτιλιαρισμένη μπύρα», το γύρισαν στο παραδοσιακό γλέντι: «τσάμικο, καλαματιανό, ζεμπέκικο και χασάπικο». Ήταν η στιγμή που η ευρωπαϊκή κομψότητα έδινε τη θέση της στον αυθεντικό λαϊκό ενθουσιασμό.

Το ξημέρωμα
Ο χορός έληξε καθώς άρχισε να ροδίζει η αυγή. Οι τελευταίοι θαμώνες επέστρεψαν στα σπίτια τους «βρεγμένοι μέσα κι’ έξω» – ίσως από τον ιδρώτα του χορού, ίσως από το ποτό ή την πρωινή δροσιά της θάλασσας του Κιάτου.
Η στήλη του «Θεατή» της εφημερίδας “Σικυών” κλείνει με μια μακροσκελή λίστα ονομάτων που συμμετείχαν στο χορό. Αντιγράφουμε:
«Εις τον χορόν διεκρίθησαν εκ μεν του ωραίου φύλου αι δίδες Αδρακτά, Καλπαξή, Σιώκου, Μιχάλου, Μ. Αναστασοπούλου, αδελφαί Βαρβαρίτου, Μ. Σπυροπούλου, Μαγκαφά, η κ. Τ. Αβούρη, κ. Χριστοπούλου, κ. Ανδρεαδάκη κ.ά.
Εκ των καβαλιέρων σημειώνομεν τους κ.κ. Ηλ. Φραντζήν, όστις ήτο και ο καλλίτερος χορευτής της βραδυάς, Θ. Κοββατζήν, Χ. Βαλισκατζήν, Κ. Αυγερόπουλον, Παπαχρήστου, υπολοχαγόν, Βυζάν, Κανελλόπουλον, Π. Ρηγάδη, Η. Χαρλαύτην, Ν. Χαρλαύτην, Κ. Σώκον, Α. Γκιούλην και Α. Σταθόπουλον.
Εκ των παρευρεθέντων τον κ. και κ. Σ. Φραντζή, τον κ. και κ. Ανδρεαδάκη, τον κ. και κ. Δ. Θεοδοσιάδη, τον κ. Π. Θεοδοσιάδην μετά της μνηστής του δίδος Χ. Γκράβα, την κ. Τζάκα, τον κ. Πίσχον, κ. Χαμπίπην, κ. Αναστασόπουλον, κ. Χ. Καλιακούδαν, γ. Μπουγιατιώτην, κ. Θ. Οικονομόπουλον, κ. Β. Ρηγάδην, τον κ. και κ. Π. Μαυρούλια, τον κ. και κ. Σ. Σιδέρη εξ Αθηνών κ.ά.».
Το εκτενές ρεπορτάζ, αν μη τι άλλο μας μεταφέρει, την εικόνα του Κιάτου της εποχής εκείνης. Μια πόλη, επαρχιακή μεν, ολοζώντανη δε, που διέθετε μια δραστήρια κοινωνική ελίτ που ήξερε να τιμά τις παραδόσεις και τις γιορτές με λαμπρότητα και χιούμορ!
Έρευνα-κείμενα-επιμέλεια: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη
Πηγή: Αρχείο Εφημερίδων Ελληνικής Βουλής
Σημαντική σημείωση: Οι φωτογραφίες του άρθρου αποτελούν προϊόν ΑΙ, με βάση τις περιγραφές του ρεπορτάζ.
Κατηγορίες:ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
















