
Η αιφνιδιαστική επίσκεψη της αστυνομίας στον στρατώνα και η «πυρκαϊάν εις τα στήθη… των αιχμαλώτων τουρκαλάδων» !
Βρισκόμαστε στο 1913. Η Κόρινθος, μια πόλη που προσπαθεί να συγκρατήσει τους ρυθμούς της, φιλοξενώντας εν μέσω του Β΄Βαλκανικού Πολέμου πλήθος Τούρκων αιχμαλώτων. Όμως, πίσω από την επιβεβλημένη στρατιωτική πειθαρχία, φαίνεται πως ανθούσαν μερικές… ιδιαίτερες κοινωνικές επαφές, που προκάλεσαν «αληθή κατάπληξιν και αγανάκτησιν» στην τοπική κοινωνία.
Ήταν Κυριακή 9 Ιανουαρίου 1913, βράδυ γύρω στις 11, όταν η κεντρική οδός Νοταρά έγινε το σκηνικό μιας απίστευτης συνάντησης. Δύο νεαροί Κορίνθιοι, ο Σαρ. Κώστας και ο Κυρ. Μπούμπουλης, είδαν έκπληκτοι «τέσσερις τούρκους αιχμαλώτους βαδίζοντας μετά προφυλάξεως». Το πιο σκανδαλώδες; Της παρέας των Τούρκων «μερακλήδων» προπορευόταν ένας Έλληνας λοχίας των ευζώνων, εκτελώντας χρέη… ξεναγού στη νυχτερινή διασκέδαση.
Οι νεαροί, γνωρίζοντας τις φήμες για «νυκτερινάς εξόδους των αιχμαλώτων» και «σκανδαλώδη όργια εις οίκους υπόπτους διαγωγής», δεν κρατήθηκαν και ρώτησαν τον λοχία για τον προορισμό τους. Ο «αρειμάνιος» υπαξιωματικός, αφοσιωμένος στην υπόσχεση που είχε δώσει στους αιχμαλώτους, αρχικά τους αγνόησε επιδεικτικά. Όταν όμως οι ερωτήσεις έγιναν πιο πιεστικές, η κατάσταση εκτραχύνθηκε.
Ανταλλάχθηκαν ύβρεις, με τους αιχμαλώτους να συμμετέχουν ενεργά βρίζοντας «τουρκιστί», ενώ το πράγμα παραλίγο να καταλήξει σε γενικευμένο ξύλο, καθώς οι Τούρκοι έλαβαν «στάσιν εχθρικήν». Ο λοχίας, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί το παράνομο δρομολόγιο, προτίμησε να γίνει «άφαντος» στα στενά μαζί με τους αιχμαλώτους του.
Η είδηση έφτασε στην αστυνομία, η οποία ενημέρωσε τον φρουραρχεύοντα λοχαγό κ. Γεωργίου. Μια αιφνιδιαστική έφοδος στον στρατώνα βρήκε τους αιχμαλώτους να …κοιμούνται του καλού καιρού, με τους σκοπούς να δηλώνουν πλήρη άγνοια. Η αστυνομία όμως είχε ήδη βάλει στο στόχαστρο ένα «μυστηριώδες σπίτι» λίγο πιο κάτω από τον στρατώνα…
Το σπίτι της εύμορφης πλήστρας
Εκεί κατοικούσε μια «νεαρά πλήστρα» (πλύστρα), της οποίας τα «γλυκά μάτια», σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εποχής, είχαν ανάψει «πυρκαϊάν εις τα στήθη… των αιχμαλώτων τουρκαλάδων!». Ο λοχαγός έσπευσε στην οικία και την έκανε φύλλο και φτερό, χωρίς όμως να βρει τους «μερακλήδες» δραπέτες.

Τότε συνέβη το πιο σπαρταριστό περιστατικό. Όταν ο λοχαγός ρώτησε επίμονα ένα «γραΐδιον» (προφανώς τη μητέρα της πλύστρας) αν τους επισκέπτονται οι αιχμάλωτοι τη νύχτα, εκείνη, μέσα στην ταραχή της, έδωσε την πιο αποκαλυπτική απάντηση:
«— Ά! όχι… απόψε δεν έγεινε τίποτα!…».
Η αφέλεια της γριούλας ήταν το «κερασάκι στην τούρτα». «Ώστε απόψε μόνον δεν συνέβη τίποτα;» ανταπάντησε ο λοχαγός, επιβεβαιώνοντας πως το σπίτι της πλύστρας με τα «γλυκά μάτια» ήταν ο μόνιμος προορισμός για τις νυχτερινές αποδράσεις των αιχμαλώτων. Ένα σκάνδαλο που, όπως έγραφε η «ΝΕΑ ΚΟΡΙΝΘΟΣ», αποτέλεσε ένα «ισχυρότατον ράπισμα» στη δημόσια ηθική και το γόητρο του Έλληνα στρατιώτη, από μερικούς «ασυνείδητους» υπαξιωματικούς που έκαναν τα στραβά μάτια για τα «μεράκια» των κρατουμένων!
Έρευνα-κείμενα-επιμέλεια: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη
Πηγή: Αρχείο Εφημερίδων Ελληνικής Βουλής
Σημαντική σημείωση: Οι φωτογραφίες του άρθρου αποτελούν προϊόν ΑΙ, με βάση τις περιγραφές του ρεπορτάζ.
Κατηγορίες:ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
















