Ο κρίσιμος Ιούνιος του 1827: Η οργισμένη επιστολή του Κολοκοτρώνη προς την Εθνική Βουλή (Μέρος ΙΒ΄)

Μια μνημειώδης επιστολή για την αδιαφορία και την ολιγωρία της κυβέρνησης μπροστά στον κίνδυνο του Ιμπραήμ – Την επιστολή μετέφερε ένας μοναχός από τον Άη Γιώργη Φενεού – Ποιες οι παράλληλες κινήσεις του Αιγύπτιου πασά στο Μέγα Σπήλαιο

Όπως είδαμε στα προηγούμενα αφιερώματα, τις δραματικές εκείνες μέρες του Ιουνίου 1827, ο Κολοκοτρώνης από την πρώτη στιγμή, όντας ακόμη στο Ζευγολατιό της Βόχας, ζητούσε βοήθεια από την Διοίκηση και το υπουργείο των Πολεμικών. Κάθε βοήθεια γιατί οι άνδρες του δεν είχαν ούτε τροφές, ούτε πολεμοφόδια, ούτε τίποτα.

Παρά τις δυσκολίες, ο Γέρος του Μοριά κατάφερε πότε με τη βία, πότε με το καλό και πότε με το φιλότιμο να συγκεντρώσει υπό τις διαταγές του 1500 Κορίνθιους άνδρες, από τη Βόχα, τη Νεμέα, τη Ζάχολη και γενικά την ορεινή Κορινθία, να συστήσει στρατόπεδο στον κάμπο του Φενεού και να τους μεταφέρει εκεί. Την ίδια στιγμή κοντά του συντρέχουν ο Παναγής Νοταράς από τα Τρίκαλα με τη δική του δύναμη ανδρών, ενώ άλλοι οπλαρχηγοί όπως οι Πετιμεζαίοι και μεταξύ αυτών και ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, Φωτάκος, με άλλους περίπου 2000 άνδρες έχουν ήδη μεταβεί στο Μέγα Σπήλαιο και οργανώνουν την άμυνα. Τέλος, από τα νοτιοδυτικά συγκεντρώνουν δυνάμεις και έρχονται προς το Μέγα Σπήλαιο και τα νώτα του Ιμπραήμ, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας.

Ο Γέρος του Μοριά θεωρεί ως την πιο βαριά και αθεράπευτη πληγή το προσκύνημα. Το τονίζει και ο ίδιος στα απομνημονεύματά του ότι τίποτα δεν φοβήθηκε περισσότερο από αυτό. Φοβερίζει και απειλεί τους πληθυσμούς και τα χωριά που θα προσκυνήσουν και στο στρατόπεδο του Φενεού καταδικάζει τον προσκυνημένο και κατάσκοπο Γιάννη από τον Μπουμπουκα Αχαΐας σε θάνατο αφήνοντας το πτώμα του να κρέμεται στη δημοσιά μεταξύ Καλαβρύτων και προσκυνημένων χωριών της Αχαΐας για να αποδείξει σε όλους ότι ο προσηνής και συγχωρητικός στρατάρχης έχει μεταμορφωθεί σε αδίστακτο τιμωρό των προσκυνημένων.

Πρέπει να σταθούμε ένα λεπτό σ’ αυτό το σημείο και να καταλάβουμε ότι ο Κολοκοτρώνης είχε συγχωρήσει τους φονιάδες του γιου του Πάνου, είχε συστρατευθεί και είχε πολεμήσει μαζί τους, είχε καταδικαστεί ήδη μέχρι το 1827 δύο φορές σε θάνατο, είχε φυλακιστεί και είχε απελευθερωθεί, πέφτοντας πάλι στον αγώνα και δίνοντας χείρα βοηθείας σ’ αυτούς που τον καταδίκασαν. Ο λαός ήξερε ότι η καρδιά του ήταν μεγάλη, συγχωρούσε γιατί αγαπούσε τον τόπο και τους ανθρώπους του και γι’ αυτό εξάλλου αγωνιζόταν για την πολυπόθητη λευτεριά τους. Αυτή την εικόνα όφειλε να ανατρέψει πλήρως ο Γέρος του Μοριά σε ό,τι αφορούσε τους προσκυνημένους. Ο τρόμος που θα διοχέτευε στους τοπικούς πληθυσμούς έπρεπε να είναι μεγαλύτερος από τον τρόμο που τους προκαλούσε ο Ιμπραήμ. Ήταν ο μόνος τρόπος για να μην λυγίσει σαν κλαράκι η Επανάσταση τώρα που όλο το δέντρο της αντίστασης είχε καψαλιστεί από πολλές αιτίες, κυρίως δε εσωτερικές συγκρούσεις.

Έτσι λοιπόν όπως περιγράφει ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του, ήταν ιδιαίτερα σκληρός και αμετακίνητος στις αποφάσεις, τα λόγια και τα έργα του: «Άπλωσα τά στρατεύματα εις τά προσκυνημένα χωριά, καί έκαμα διαταγές, ότι όποιο χωριό δέν γυρίσει πίσω είναι τά σπίτια του καϊμένα, τά αμπέλια τους καϊμένα, θά τούς αφανίσω από τό πρόσωπο τής γής καί ότι άν επιστρέψη, τό έθνος θά τούς συγχωρήση», καί άλλα περισσά, φοβέραις. «Εάν στοχασθήτε, ότι ο Ιμπραΐμης θά σάς δώση από 500 νά φυλάτε τά χωριά σας, είσθε γελασμένοι, διατί δέν έχει τόσο στράτευμα, αλλά από τό ένα μέρος θά φεύγουν εκείνοι καί από τό άλλο θά ερχόμεθα εμείς νά καίμε, καί νά σκοτώνουμε»».

Η οργή για τη Διοίκηση

Μέσα σε όλο αυτό το περιβάλλον η Εθνική Βουλή, η Διοίκηση και οι Γραμματείες, τα υπουργεία της δηλαδή, περί άλλων τυρβάζουν. Καμία βία και σπουδή δεν τους διακατέχει για την υποστήριξη των ελληνικών στρατευμάτων, παρά μόνο, όπως είδαμε στις 11 Ιουνίου, ζητούν από τον Κολοκοτρώνη να παρατήσει την αντίσταση και την οργάνωση της άμυνας και να γυρίσει στο Ναύπλιο να δώσει απολογία για τα χρέη του νεκρού γιου του!

Ο Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου όσο οι μέρες περνούν και δεν λαμβάνει καμία βοήθεια από αυτήν που οι Φιλέλληνες έχουν στείλει στη Διοίκηση, οργίζεται όλο και περισσότερο. Στις 21 Ιουνίου 1827, σαν σήμερα δηλαδή, βρίσκεται στο στρατόπεδο του Φενεού όταν συντάσσει μια επιστολή καταπέλτη κατά της αδιαφορίας της κυβέρνησης την οποία τη δίνει σε έναν μοναχό του Αγίου Γεωργίου Φενεού να τη μεταφέρει στο Ναύπλιο. Ας δούμε τι γράφει:

«Προς την εθνικήν Βουλήν

Κύριοι αντιπρόσωποι των λαών της Ελλάδος.

Και ο πλέον αναίσθητος Έλλην έφθασε τέλος πάντων να καταλάβη, ότι από τας διχονοίας και ιδοτελείας κινδυνεύομεν να χαθώμεν, και ήδη είμεθα εις το χείλος του κρημνού, κανείς δεν αγνοεί τους αιτίους ή τα αίτια, αλλά καθένας από ημάς δικαιολογών τον εαυτόν του, αθωώνεται και επιταχύνει ανοήτως ομού με τον ιδικόν του και της Πατρίδος τον όλεθρον.

Αλλ’ άραγε δεν έπρεπε και εις την εσχάτην ταύτην της απωλείας μας στιγμήν να χαθώμεν ενωμένοι, να χαθώμεν εντίμως, ως Έλληνες, ως Χριστιανοί;

Δεν έπρεπε τάχα ημείς οι έχοντες ανωτέραν επιρροιαν, οι παριστώντες τους λαούς, να μεταβάλλωμεν γνώμην, και αν χαθώμεν να μην πάρωμεν καν επί τον τράχηλόν μας τους απλούς πολίτας, οίτινες από κανέν των όσα ωδηγήσαμεν αυτούς δεν έλειψαν ποτέ, επ’ ουδεμία περιστάσεις.

Έμελλεν άρα να χαθή η Ελλάς εν τω μέσω τοσούτων λαμπρών ελπίδων; Έμελλον άρα να υπάγουν εις μάτην αι τόσαι θυσίαι, τα τόσα αίματα τόσων ενδόξων μαρτύρων, τα οποία προσεφέρθησαν και εχύθησαν; Μη δια τον Θεόν Σεβαστοί Αντιπρόσωποι των λαών! Μη δια την Πατρίδα! Διά τας ιεράς σκηνάς των ενδόξων πεσόντων, των οποίων τα αίματα εισέτι αχνίζοντα, φωνάζουν εκδίκησιν κατά του τυράννου, διά την Πίστιν, η οποία περιφρονήθη και περιφρονείται καθ’ ημέραν από αυτούς.

Ας εξυπνήσωμεν από το λήθαργον, ο οποίος μας έχει καταπλακωμένους. Έχομεν καιρόν να σωθώμεν, φθάνει μόνον να θέλωμεν, ομόνοια και προθυμία χρειάζεται προ πάντων·

Οι λαοί της Πελοποννήσου αν ως εκ των περιστάσεων, και της ελλείψεως των μέσων, έπεσαν εις αδράνειαν και τινές εδειλίασαν, δεν έχασαν όμως τη σταθερότητα και την τόλμη των είναι αποφασισμένοι, ν’ αποθάνουν κατά τον όρκο των.

Ζωογονούνται ακόμη με την ελπίδα, ότι φροντίζει δε αυτούς το έθνος. Αλλά Κύριοι, μην επιτρέψετε εις τη συνείδησίν σας να παραμεληθώσιν επιπλέον τα συμφέροντα των λαών. Φροντίσατε δε αυτά καν τώρα.

Δεν σας  ζητούν οι Πελοποννήσιοι, ειμή τροφάς και πολεμοφόδια, τροφάς όπως δυνηθούν οικονομούν οπωσούν διότι τον ολίγον άρτον, όπου το άροτρόν των προ ενός χρόνου σχεδόν προητοίμασε, και το τουφέκι των διέσωσεν από τον εχθρόν, είναι έτοιμοι να το φάγωσιν εις τον πόλεμον, εις τα πρόσωπά των είναι εγκεχαραγμένα τα χαρακτηριστικά της γενναιοφροσύνης και της νίκης, αλλά ζητούν τα μέσα δι’ ων αποκτάται αυτή, ζητούν τα φουσέκια!

Φουσέκια φωνάζουν και να πάμεν ν’ αποθάνωμεν ή να ζήσωμεν όλοι.

Ο Γενικός Αρχηγός των Πελοποννησιακών Στρατευμάτων δεν έπαυσεν ουδέ στιγμήν από του να τα αναφέρη προς την Κυβέρνησιν του έθνους την κατάστασιν της Πελοποννήσου, δεν έλειψε να την παρακαλέση θερμώς, να τον εφοδιάση με τα αναγκαία του πολέμου.

Το εσώκλειστο αντίγραφο είναι η τελευταία αναφορά μου υπ’ αριθμ. 457. Αλλά καμία δεν εύρε τον τόπον της. Εις καμίας τα αναφερόμενα ακρόασις δεν εδόθη, και τα πράγματα το απέδειξαν, διότι ούτε απόκρισιν καμμίαν έχει δια παρηγορίαν του εαυτού του και του λαού της Πελοποννήσου.

Αν η παραμέλεια αυτή γίνεται διότι το ζητεί ο Κολοκοτρώνης (καθότι μερικώς η Κυβέρνησις εις τον στρατ. Ανδρέαν Λόντον, όστις κατά την απόφασιν της εθνικής συνελεύσεως, και τη διαταγή του Αρχιστρατήγου, είναι υπό κρίσιν, δε όσα εκατηγορήθη ανουσιουργήματα, και δια τούτο αποκλεισμένος, επί του παρόντος, από την στρατιωτικήν υπηρεσίαν, έστειλε και αρκετάς τροφάς και πολεμοφόδια, και χρησιμεύουν διότι τα θέλει) ας τα έστελνε τουλάχιστον δια το Πελοποννησιακό Στρατόπεδον.

Αλλά τώρα τι ν’ αποκριθή ο Γεν. Αρχηγός εις τα συνερχόμενα στρατεύματα, εις τους συναθροιζόμενους Κορινθίους, εις τους εις Καλάβρυτα φθάσαντες Καρυτινούς και Φαναρίτας και εις τα άλλα περιμένοντα στρατεύματα! Έκρινεν εν τοσούτω χρέος του ν’ αναφερθή κατ’ ευθείαν και προς την Εθνική Βουλήν και διαμαρτύρεται ήδη και ενώπιον αυτής, εναντίον παντός σκοπού, όστις εμποδίζει την πρόβλεψιν των αναγκαίων του πολέμου, και ως εκ τούτου την πρόοδον των πραγμάτων της πατρίδος, δια να δώση λόγον ο αίτιος για την προκύψασαν και προκυψούσαν εις το έθνος ζημίαν, κοινώς και μερικώς, διότι αν δεν λάβη πρόνοιαν η Κυβέρνησις, το κακόν της υποταγής θα διαδοθή εις πολλά μέρη της Πελοποννήσου, και θα φθάσουν και οι προσκυνημένοι μαζί με τους εχθρούς εις την καθέδραν της Κυβερνήσεως, ότι δεν ηξεύρω ποίων λαών πρόσωπον θα φέρωμεν.

Όσον δ’ όσα ατομικώς ως Κολοκοτρώνης πειράζομαι σημαντικώς ενώπιον της Κυβερνήσεως, ολίγον φροντίζω, αν ληφθούν μέτρα περί προβλέψεως των αναγκαίων του πολέμου.

Ας διορισθή και ο αρχηγός του άτακτου ιππικού, ο Γεν. Χατζή Μιχάλης να έλθη εις το στρατόπεδον. Η λύπη της ψυχής μου, δια την οποία καθημερινώς βλέπω δυστυχίαν εις τον λαόν, δεν μου εφάνη να εκτανθώ περισσότερον. Παρεκάλεσα δε ενόρκως τον εγχειριστήν της παρούσης μου Κύριον Συμεών Ιερομόναχον, ν’ αναφέρη τα περισσότερα ως εκ στόματός του, και ας δοθή ακρόασις εις τους λόγους του, και αν ευαρεστηθή, να με αποκριθή με αυτόν οποία μέτρα αν ελήφθησαν.

Παρακαλώ προσέτι να δοθή αντίγραφον της παρούσης μου προς την Σ.Αντικυβερνητικήν επιτροπήν, και προς τον Αρχιστράτηγον να σταλή όμοιον δια να πληροφορηθή και η εξοχότης του την κατάστασιν του Πελοποννησιακού Στρατοπέδου, και να ειδοποιηθή, ότι ο εχθρός πανστρατιά ευρίσκεται εις τον κάμπον Καλαβρύτων, δεν αναφέρομαι προς την εξοχότητά του ιδίως, διότι δεν ηξεύρω εις ποιον μέρος ευρίσκεται.

Μένω με όλο το σέβας

21 Ιουνίου 1827 . Φονιά

Ο Γενικός Αρχηγός Θ. Κολοκοτρώνης».

Ο Συμεών ο καλόγερος του Αγίου Γεωργίου μετέφερε το γράμμα του Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο και όπως γράφει ο ίδιος ο στρατηγός στα Απομνημονεύματά του: «Ο καλόγηρος επήγε εις τό Ανάπλι (Ναύπλιο), καί τούς είπε νά συναχθούν εις τό Βουλευτικό νά τούς διαβάση όσα ήτον επιφορτισμένος νά τούς ειπή από μέρους μου. Έτζι εσυνάχθηκαν, εδιάβασαν τό γράμμα, τούς είπε όσα τού είχα παραγγείλη νά ειπεί στοματικώς. Ένας βουλευτής είπε: «Τί τά θέλει τά πολεμοφόδια; Αυτός έχει πενήντα ανθρώπους». Ο καλόγηρος τούς εβεβαίωσε, ότι έχω 4000 πλήν δέν τόν επίστευσαν.»!!!

Μοιάζει αδιάνοητο και ανεξήγητο, ποια σκοτεινή ομίχλη είχε τυλίξει τα μυαλά του Βουλευτικού και δεν καταλάβαινε αυτό που με τόση σαφήνεια έλεγε ο Γέρος του Μοριά. Ο χαμός της Πελοποννήσου (της οποίας η Κορινθία, μέρος της Αργολίδας και η Μάνη είχαν μείνει απροσκύνητες) θα έφερνε το χαμό της Ελλάδος και πάσας ελληνικής εξουσίας και νομής!

Οι εξελίξεις στο Μέγα Σπήλαιο

Την ίδια εκείνη μέρα που ο Κολοκοτρώνης ζητά υποστήριξη από την Εθνική Βουλή, ο Ιμπραήμ στέλνει τη δεύτερη επιστολή του προς το Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου, ζητώντας από τους Μοναχούς να παραδοθούν:

«Εὐγενέστατε ἡγούμενε καὶ ἐπίλοιποι παπάδες καὶ καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου.

Σὰς σημειώνω ὅτι εἴμεθα φερμένοι μὲ τὸν ὑψηλότατον Ἰμβραὴμ Πασὰν ἀφέντη μας εἰς κάμπον Καλαβρύτων ἐδῶ καὶ τέσσαρες ἡμέρες προτηνότερα καὶ ἔχομεν μεγάλας ὀρδινίας καὶ ἑτοιμασίας διὰ τὴν πολιορκίαν μοναστηρίου Μεγάλου Σπηλαίου. Καὶ ὡς τάχυ προσμένομεν νὰ μᾶς ἔλθουν καὶ τόπια καὶ αἱ μπόμπες καὶ ἀρκετὰ σύνεργα διὰ μῆνες καὶ ἔπειτα ἀπὸ μία ἡ καὶ δυὸ ἡμέρας νὰ ρίξωμεν τὰ ὀρδιά μας περὶ πολιορκίας τοῦ μοναστηρίου, εἰς αὐτὰ τὰ μέρη διὰ τοῦτο σᾶς φανερώνω ὅτι νὰ λυπηθῆτε τὸ μοναστήρι σας νὰ μὴν τύχῃ καὶ χαλάσῃ καὶ ὅ,τι εἰς τὸν ἄλλον καιρὸν δὲν ἐχάλασε μὴν τύχη καὶ χαλάση: καὶ τώρα μάλιστα οἱ πλέον ἄγνωστοι (οἱ ἀμαθέστεροι) ἀπὸ λόγου σας ἦρθαν καὶ προσεκύνησαν τὸν ἀφέντη μας καὶ ἐγλύτωσαν τὰ χωριά τους καὶ τόσον λαὸ καὶ τὴν ζωήν τους καὶ τὸ πράγμα τους. Λοιπὸν τοῦ λόγου σας εἶσθε γνωστικότεροι ἀπὸ ἐκείνους καὶ θέλει στοχασθῆτε τὸ κάθε πράγμα καλλίτερα. Παρὰ πάνω δὲν σᾶς γράφω, θέλει πληροφορηθῆτε καὶ ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ φίλου μου τοῦ Φωτήλα, θέλει σᾶς συμβουλεύση ὁ ἴδιος.

Ἡγούμενε, θέλει στοχαστῇς ἐτοῦτο τὸ κίνημα τῶν Ρωμαίων δὲν θέλει εὔγει σὲ κεφάλι. Λοιπὸν σὰν φρόνιμος ὁποῦ εἶσαι στοχάσου βαθειὰ πῶς δὲν εὑρίσκεις καλὸ τέλος καὶ θὰ εἶσαι νικημένος θέλεις ἐξεύρη ὅτι αὐτὸ ὅπου σᾶς γράφω, τὸ γράφω μὲ τοῦ ὑψηλοτάτου ἀφέντη μας τὸν ὁρισμὸν καὶ νὰ μὲ ἀποκριθῆτε εἰς τὰ ὅσα σᾶς γράφω.

Σάμη Ἐφέντης. τῇ 21ῃ Ἰουνίου 1827

Σεγνεζτὶπ ἐφέντης (Τ.Σ.)»

Την επομένη, 22 Ιουνίου οι Μοναχοί του Μεγάλου Σπηλαίου απάντησαν με μία γενναία επιστολή στον Αιγύπτιο πασά, στέλνοντάς του με σαφήνεια το μήνυμα ότι δεν παραδίδονται. Αλλά αυτά θα τα δούμε στο αυριανό μας αφιέρωμα!

Έρευνα-Κείμενα-Επιμέλεια: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη

Πηγές:

  • Νικόλαος Σπηλιάδης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως
  • Διον. Κόκκινος, Ιστορία Ελληνικής Επαναστάσεως
  • Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Βουλή των Ελλήνων
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΒ΄

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.