
Η ευρωπαϊκή «πρωτιά» της φτώχειας και το πολιτικό επίδικο της ανατροπής
Πίσω από τις καλογυαλισμένες τουριστικές καμπάνιες, τις αυτάρεσκες ανακοινώσεις των τοπικών παραγόντων και τις ανέξοδες υποσχέσεις των εκάστοτε κυβερνητικών κλιμακίων, η πραγματική Πελοπόννησος βιώνει μια πρωτοφανή κοινωνική και οικονομική ασφυξία.
Τα πρόσφατα, αδιάψευστα στοιχεία της Eurostat έρχονται να λειτουργήσουν ως ένα αδυσώπητο χαστούκι απέναντι στην επικοινωνιακή εικονική πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας μια περιφέρεια που, αντί να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό πυρήνα, κατρακυλά σε συνθήκες δομικής υστέρησης.
Η σκληρή αποτύπωση των αριθμών δεν αφήνει κανένα περιθώριο για εφησυχασμό: ο ιστορικός Μοριάς, βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένος σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ φτωχοποίησης, στεγαστικής κρίσης και παραγωγικού μαρασμού, μετατρεπόμενη στον πιο αδύναμο κρίκο της πατρίδας μας και σε μια από τις πλέον ευάλωτες γωνιές ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Βύθιση στη φτώχεια
Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της Πελοποννήσου, εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, κατρακυλά στο αποκαρδιωτικό 57% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ώρα που για παράδειγμα, η Αττική αγγίζει το 96%. Αυτή η τεράστια απόκλιση κατατάσσει θεσμικά την Πελοπόννησο στην κατηγορία των «Λιγότερο Αναπτυγμένων Περιφερειών» της Ευρώπης, παγιδευμένη σε μια τροχιά χαμηλής παραγωγικότητας, αδυνατώντας να δημιουργήσει πλούτο που να διαχέεται δίκαια στους πολίτες της.
Η πιο ανατριχιαστική πτυχή της περιφερειακής μας παρακμής καταγράφεται στους δείκτες της κοινωνικής εξαθλίωσης. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, το ποσοστό των συμπολιτών μας που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού εκτινάσσεται στο τρομακτικό 38,1%.
Πρόκειται για την 9η χειρότερη επίδοση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών-μελών, σε μια στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος περιορίζεται στο 20,9% και η γειτονική Αττική βρίσκεται στο 23,6%.
Ταυτόχρονα, η χρηματική φτώχεια πλήττει το 30,1% του τοπικού πληθυσμού, υπερδιπλάσια από το 13,7% της πρωτεύουσας, ενώ η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση σκαρφαλώνει στο 17,2%.
Σαν να μην έφτανε η εισοδηματική καθίζηση, τα πελοποννησιακά νοικοκυριά υφίστανται έναν ανελέητο στεγαστικό στραγγαλισμό. Το 33,3% του πληθυσμού της περιφέρειας βιώνει υπερβολική επιβάρυνση κόστους στέγασης, αναγκαζόμενο να δαπανά πάνω από το 40% του πενιχρού διαθέσιμου εισοδήματός του μόνο για ενοίκιο, δόσεις δανείων και πάγια έξοδα κατοικίας.
Αυτό το ποσοστό συνιστά τη 2η χειρότερη επίδοση σε όλη την Ευρώπη, απέχοντας έτη φωτός από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 7,7%. Όταν ένα στα τρία νοικοκυριά συνθλίβεται από το στεγαστικό κόστος και πάνω από το 20% των πολιτών δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας του, η αξιοπρεπής διαβίωση παύει να είναι δεδομένο δικαίωμα και μετατρέπεται σε καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο δείκτης μηχανοκίνησης στην Πελοπόννησο κατρακυλά στα μόλις 208 επιβατικά αυτοκίνητα ανά 1.000 κατοίκους, καταγράφοντας την απολύτως χαμηλότερη τιμή σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αγιάτρευτες στρεβλώσεις
Με μια πρώτη ματιά, το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 20 έως 64 ετών διαμορφώνεται στο 74,1%, κατατάσσοντας την Πελοπόννησο, μαζί με την Κρήτη, στην κορυφή της ελληνικής επικράτειας. Ωστόσο, η φαινομενικά ελπιδοφόρα αυτή επίδοση, παράλληλα με τη γενική ανεργία στο 8,3% και τη μακροχρόνια ανεργία στο 4,7%, αποτελεί μια οφθαλμαπάτη. Η απασχόληση αυτή είναι κατά βάση χαμηλόμισθη, επισφαλής και εποχική.
Την ίδια στιγμή, το έμφυλο χάσμα στην εργασία ανέρχεται στις 18,7 ποσοστιαίες μονάδες σε βάρος των γυναικών, ξεπερνώντας κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 9,7 μονάδων. Επιπλέον, το 14,6% των νέων ηλικίας 15 έως 29 ετών βρίσκεται εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης, την ώρα που η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου φτάνει το 10,4%, υπερβαίνοντας το ευρωπαϊκό όριο του 9%.
Όλα αυτά συντελούνται σε μια περιφέρεια με συνολικό πληθυσμό μόλις 529.165 κατοίκους και διάμεση ηλικία τα 50,0 έτη, γεγονός που την εντάσσει στις πλέον γερασμένες κοινωνίες της Ευρώπης, παρά το ότι διατηρεί ένα προσδόκιμο ζωής 81,8 ετών και δείκτη γονιμότητας στο 1,36.
Οι αιτίες του μαρασμού
Ποιες είναι όμως οι γενεσιουργές αιτίες που καταδικάζουν τον τόπο μας σε αυτόν τον διαρκή μαρασμό; Η απάντηση εντοπίζεται στο δομικό παράδοξο του παραγωγικού μας μοντέλου. Ενώ η Πελοπόννησος καταγράφει έντονη τουριστική δραστηριότητα με 11.893 διανυκτερεύσεις ανά 1.000 κατοίκους, τα τουριστικά έσοδα παραμένουν εγκλωβισμένα σε μια εποχική και χαμηλής προστιθέμενης αξίας “μονοκαλλιέργεια”, αδυνατώντας να παραγάγουν μόνιμο πλούτο για την τοπική κοινωνία.
Παράλληλα, ο πρωτογενής τομέας, που αποτελεί τον παραδοσιακό στυλοβάτη της τοπικής οικονομίας, παραμένει κατακερματισμένος σε μικροσκοπικές εκμεταλλεύσεις κάτω των 6,5 εκταρίων, αδυνατώντας να πετύχει οικονομίες κλίμακας και να αξιοποιήσει σύγχρονες τεχνολογίες.
Στον τομέα της γνώσης και της καινοτομίας, η περιφέρεια παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης, καθώς οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη περιορίζονται στο 1,10% του ΑΕΠ και το απασχολούμενο επιστημονικό προσωπικό σε μόλις 0,67% του εργατικού δυναμικού. Αυτή η τεχνολογική ένδεια προκαλεί μια πρωτοφανή αναντιστοιχία δεξιοτήτων: παρότι το 41,7% των νέων κατέχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η τοπική οικονομία αδυνατεί να τους απορροφήσει, εξαναγκάζοντας το πιο λαμπρό επιστημονικό δυναμικό σε φυγή προς την πρωτεύουσα και το εξωτερικό, ενώ η συμμετοχή των ενηλίκων στη δια βίου μάθηση καταποντίζεται στο ντροπιαστικό 2,6% έναντι του ευρωπαϊκού στόχου 47%.
Το σκηνικό συμπληρώνεται από ένα απαρχαιωμένο και επικίνδυνο δευτερεύον οδικό δίκτυο, το οποίο απομονώνει την αγροτική ενδοχώρα και κοστίζει ανθρώπινες ζωές, μετρώντας 90 θανάτους από τροχαία ανά εκατομμύριο κατοίκων, σχεδόν διπλάσιους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πολιτικό επίδικο
Εδώ ακριβώς τίθεται το μείζον πολιτικό επίδικο, το οποίο βαραίνει εξίσου την κεντρική εξουσία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το κράτος των Αθηνών οφείλει να εγκαταλείψει επιτέλους την πολιτική του υδροκεφαλισμού, που αντιμετωπίζει την περιφέρεια ως απλό θεατή και δεξαμενή ψήφων. Η περιφερειακή σύγκλιση δεν μπορεί να εξαντλείται σε επικοινωνιακά εγκαίνια και αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις, τη στιγμή που οι πολίτες της Πελοποννήσου αδυνατούν να ζεσταθούν ή να πληρώσουν το ενοίκιο τους.
Από την άλλη πλευρά, η Περιφερειακή Αρχή δεν δικαιούται πλέον να κρύβεται πίσω από το άλλοθι των περιορισμένων αρμοδιοτήτων. Η αυτοδιοίκηση οφείλει να πάψει να λειτουργεί ως γραφειοκρατικός διαχειριστής μικροκομματικών ισορροπιών και έργων βιτρίνας, αναλαμβάνοντας θαρραλέα τον ρόλο του στρατηγικού αναπτυξιακού μοχλού. Η διεκδίκηση των ευρωπαϊκών πόρων της Πολιτικής Συνοχής και του Ταμείου Ανάκαμψης απαιτεί ρήξη με την αδράνεια και σχέδιο με αρχή, μέση και τέλος.
Οι τομές που απαιτούνται
Η ανάσχεση αυτής της βαθιάς κρίσης απαιτεί άμεσες και ριζικές τομές. Πρώτη προτεραιότητα οφείλει να αποτελέσει η δημιουργία ενός ισχυρού περιφερειακού προγράμματος κοινωνικής κατοικίας και μαζικής ενεργειακής αναβάθμισης μέσω των πόρων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, ώστε να χτυπηθεί στη ρίζα της η εφιαλτική στεγαστική υπερεπιβάρυνση.
Παράλληλα, είναι απαραίτητος ο ριζικός εκσυγχρονισμός του επαρχιακού οδικού δικτύου για την ασφάλεια των πολιτών και την απρόσκοπτη μεταφορά των αγροτικών προϊόντων. Στην πραγματική οικονομία, απαιτείται η αναδιάρθρωση του πρωτογενούς τομέα μέσα από συνεταιριστικά σχήματα, γεωργία ακριβείας και ουσιαστική διασύνδεσή του με ένα ποιοτικό, δωδεκάμηνο τουριστικό προϊόν.
Τέλος, η περιφέρεια οφείλει να επενδύσει στο ανθρώπινο δυναμικό της, μετατρέποντας το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο σε εργαλείο μαζικής επανειδίκευσης και δημιουργώντας κίνητρα έρευνας και καινοτομίας που θα κρατήσουν τους νέους επιστήμονες στον τόπο τους.
Η Πελοπόννησος δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Η ώρα των ευθυνών και των μεγάλων αποφάσεων είναι τώρα.Γιώτα Χρ. Αθανασούλη
Έρευνα-κείμενα-γραφικά: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη
Πηγή στατιστικών στοιχείων: Έκθεση Eurostat για το 2025
Categories: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ






























