ΑΠΟΨΕΙΣ

Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ

Γαΐτης Γιάννης (1923 – 1984) Σειρήνες και Οδυσσέας 1980 ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Το κινηματογραφικό viral του φετινού καλοκαιριού είναι αναμφίβολα η «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν. Δεν σταθώ στην ταινία αυτή κάθε αυτή. Σε άλλους άρεσε σε άλλους όχι.

Όμως θα κρατήσω δυο φράσεις έναν διάλογο:

«– Τι τραγουδούσαν οι Σειρήνες, Οδυσσέα;

– Σου έλεγαν πως αυτό που θες είναι αυτό που δεν μπορείς να έχεις. Κι ό,τι δεν μπορείς να έχεις, είναι ό,τι είχες ήδη κι έχασες.»

Ένας διάλογος, δυο φράσεις: ένας καθρέφτης που σπάει με πάταγο πάνω στη σύγχρονη καθημερινότητά μας. Ο Νόλαν, μάστορας της διαχείρισης του χρόνου και της ανθρώπινης απώλειας, με τη βοήθεια του Ομήρου, ξεγυμνώνει τον μύθο: οι Σειρήνες δεν υπόσχονταν μαγικούς κόσμους. Υπόσχονταν την πιο γλυκιά, θανατηφόρα ψευδαίσθηση –την επιστροφή σε όσα γλίστρησαν από τα χέρια μας.

Αν το καλοσκεφτείς, πόσο γνώριμο είναι το τραγούδι των Σειρήνων σήμερα; Πόσο οικείες μάς είναι αυτές οι ίδιες;

Δεν χρειάζεται να ταξιδέψεις σε ανοιχτά πελάγη για να τις συναντήσεις. Οι Σειρήνες της εποχής μας κατοικούν στην παλάμη μας. Είναι το αδιάκοπο, υπνωτιστικό scroll στις οθόνες, το «θρεπτικό» δηλητήριο των αλγορίθμων που μας σερβίρει τη ζωή των άλλων σαν το μοναδικό ιδανικό που οφείλουμε να κατακτήσουμε. Σου ψιθυρίζουν ασταμάτητα πως η ευτυχία βρίσκεται πάντα αλλού: στο επόμενο ταξίδι που δεν έκανες, στο σώμα που δεν απέκτησες, στην τελειότητα που δεν αγγίζεις ποτέ.

Και κάπου εκεί, μέσα στη δίνη της διαρκούς σύγκρισης, ενεργοποιείται το δεύτερο, το πιο ύπουλο μέρος του τραγουδιού: «Ό,τι δεν μπορείς να έχεις, είναι ό,τι είχες ήδη κι έχασες».

Οι σύγχρονες Σειρήνες σε εκπαιδεύουν να νοσταλγείς διαρκώς. Σου πουλούν πίσω, με τη μορφή ψηφιακού περιτυλίγματος, αυτό που σου έκλεψαν οι ίδιες: την απλή, αβίαστη ανθρώπινη επαφή. Τη στιγμή που βιώνεται χωρίς την ανάγκη να καταγραφεί. Την ησυχία του μυαλού που δεν ψάχνει διαρκώς την επόμενη ειδοποίηση, την επόμενη επιβεβαίωση. Σου θυμίζουν πώς ήταν να κοιτάς τον άλλον στα μάτια χωρίς τη μεσολάβηση ενός γυάλινου τοίχου – και σου υπόσχονται πως θα το βρεις ξανά, αρκεί να μείνεις λίγο ακόμα συνδεδεμένος.

Είναι μια τραγική ειρωνεία: γινόμαστε θεατές μιας ζωής που προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι ζούμε, ενώ ο χρόνος περνά ανεπιστρεπτί.

Ο Οδυσσέας χρειάστηκε να δεθεί στο κατάρτι για να ακούσει το τραγούδι χωρίς να χαθεί. Εμείς, ποιο δικό μας «κατάρτι» έχουμε ορίσει; Ποιες είναι οι σταθερές, οι αξίες και τα όριά μας που θα μας κρατήσουν γειωμένους όταν ο θόρυβος γύρω μας γίνει αβάσταχτος;

Ίσως ο δικός μας «νόστος», ειδικά τώρα στην καρδιά του καλοκαιριού, να μην είναι κάποια μακρινή Ιθάκη, αλλά μια απλή, επαναστατική πράξη: να κλείσουμε για λίγο τις οθόνες. Να κοιτάξουμε γύρω μας. Να νιώσουμε τη θάλασσα χωρίς να τη φωτογραφίσουμε, να ακούσουμε το κύμα που σκάει στα πόδια μας χωρίς να γίνει story, να αφεθούμε στον ορίζοντα που φλέγεται από το ηλιοβασίλεμα χωρίς το άγχος του «κλικ». Να καθρεφτιστούμε στο χαμόγελο που κάνει τα μάτια του απέναντι να γιορτάζουν, χωρίς την ανάγκη μιας σέλφι για να το επιβεβαιώσει. Να αγκαλιάσουμε το τώρα, πριν γίνει κι αυτό άλλη μια χαμένη ανάμνηση που θα μας τραγουδούν οι Σειρήνες αύριο.

Ίσως, τελικά, το δικό μας «κατάρτι» να συμπυκνώνεται σε τρεις απλές αλλά και επαναστατικές λέξεις.

Σε έναν κόσμο που μας εκπαιδεύει να σκηνοθετούμε τη ζωή αντί να τη ζούμε, να αναλύουμε το συναισθηματικό αποτύπωμα αντί να το νιώθουμε, και να μεταθέτουμε τα πάντα στο μετά ή στο τότε, ίσως αυτές οι τρεις λέξεις να γίνουν το πιο ισχυρό μας κατάρτι.

ΖΗΣΕ – ΝΙΩΣΕ – ΤΩΡΑ.

Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!

Αφήστε μια απάντηση