Γράφει ο Νίκος Πουλόπουλος*
Όταν ο Λούντβιχ Στούμπ, Βαυαρός νομικός και γραμματέας στο παλάτι του Όθωνα, επισκέφτηκε την (αρχαία) Κόρινθο και το ναό του Απόλλωνα, το καλοκαίρι του 1837, εντυπωσιάστηκε από μια σκηνή που εξελίχτηκε μπροστά στα μάτια του καθώς έμπαινε στην μισοερειπωμένη πόλη. Μια μεγάλη παρέα νεαρών παλληκαριών κάθονταν στο καφενείο περίγυρα ενός μεσήλικα φουστανελοφόρου που κάπνιζε αρχοντικά το τσιμπούκι του και άκουγαν προσεχτικά τις ιστορίες του. Ο Στούμπ σταμάτησε για λίγο, προσπαθώντας να κατανοήσει τον λόγο αυτής της σύναξης και ρώτησε στη συνέχεια τον Έλληνα οδηγό του για το περιεχόμενο της συζήτησης στο καφενείο. Ο οδηγός του εξήγησε ότι ο φουστανελοφόρος ήταν ένας από τους αγωνιστές της Επανάστασης και διηγούνταν στους νέους επεισόδια από τις μεγάλες μάχες των Ελλήνων εναντίων των στρατευμάτων του Δράμαλη. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα από το 1822 και την εκστρατεία του Δράμαλη στην περιοχή, οι νέοι της Κορίνθου αισθάνονταν ότι αυτές οι ιστορίες των πατεράδων και παππούδων τους, σαν να πρόκειται για μια θρησκευτική τελετουργία, άξιζαν την απόλυτα ευλαβική προσήλωση τους.
Δύο και πλέον αιώνες αργότερα όμως και δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τη σημασία και να κρατήσουμε ζωντανό το ενδιαφέρον και την προσήλωση μας στο γεγονός που έμελλε να σφραγίσει την ιστορία αυτού εδώ του τόπου.
Ας δούμε όμως εν τάχει το ιστορικό πλαίσιο της εκστρατείας του Δράμαλη. Το καλοκαίρι του 1822 η Ελληνική Επανάσταση βρέθηκε μπροστά στη μεγαλύτερη ίσως απειλή της έως τότε πορείας της. Η Υψηλή Πύλη, αποφασισμένη να καταστείλει οριστικά την εξέγερση στην Πελοπόννησο, απέδωσε στον Μαχμούτ Πασά (Δράμαλη) τον τίτλο του Ανώτατου Διοικητή του Μοριά και του ανέθεσε την ηγεσία μιας μεγάλης εκστρατείας. Η στρατιά που συγκροτήθηκε αριθμούσε περί τους τριάντα χιλιάδες άνδρες, ισχυρό ιππικό και σημαντικό πυροβολικό, αποτελώντας την πιο οργανωμένη οθωμανική δύναμη που είχε εισέλθει στον Μοριά από την έναρξη της Επανάστασης.
Η εκστρατεία αυτή δεν υπήρξε ένα απλό στρατιωτικό επεισόδιο. Υπήρξε η στιγμή κατά την οποία κρίθηκε αν η Ελληνική Επανάσταση θα επιβίωνε ή θα κατέρρεε πριν ακόμη αποκτήσει διεθνή αναγνώριση. Και το πεδίο όπου κρίθηκε αυτή η αναμέτρηση ήταν η Κορινθία. Από την καταστροφική επανείσοδο της στρατιάς του Δράμαλη στην Κορινθία έως την τελική υποχώρησή της προς την Αχαία, η περιοχή μετατράπηκε σε ένα συνεχές θέατρο πολέμου, όπου διεξήχθησαν οι μεγαλύτερες και ιστορικότερες μάχες που γνώρισε ο νομός τα τελευταία διακόσια χρόνια: τα Δερβενάκια, το Αγιονόρι, η Κλένια, ο κάμπος της Βόχας, το Βασιλικό, η Περαχώρα και τα Μαύρα Λιθάρια. Το πολεμικό σκηνικό διήρκησε από τις 26 Ιουλίου 1822 και την Μάχη στα Δερβενάκια (δηλαδή τα στενά περάσματα εισόδου από Αργολίδα προς Κορινθία – από το περσικό darband = στενό πέρασμα), μέχρι και την τελική έξοδο από Κορινθία προς Αχαία μέσω Δερβενίου, των λιγοστών εναπομεινάντων στρατευμάτων του Δράμαλη στις αρχές Ιανουαρίου, 1823, και τη Μάχη στα Μαύρα Λιθάρια.
Η σημασία της νίκης: όταν η Ελληνική Επανάσταση σώθηκε στην Κορινθία
Οι μάχες που δόθηκαν στην Κορινθία το καλοκαίρι του 1822 δεν αποτέλεσαν απλώς μια σημαντική ελληνική νίκη. Στη συλλογική ιστορική μνήμη του Αγώνα αλλά και στην μετέπειτα ιστοριογραφική κριτική ανάλυση τους κατέλαβαν μία ιδιαίτερη θέση, καθώς πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι από την έκβασή τους εξαρτιόταν η ίδια η επιβίωση της Ελληνικής Επανάστασης.
Μέχρι την άφιξη του Δράμαλη, οι Έλληνες είχαν επιτύχει εντυπωσιακές νίκες. Η άλωση της Τριπολιτσάς είχε προσφέρει ένα ισχυρό συμβολικό και στρατηγικό πλεονέκτημα, χωρίς όμως να εξασφαλίζει την οριστική επικράτηση της Επανάστασης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξακολουθούσε να διαθέτει τεράστιους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, ενώ η συγκρότηση μιας μεγάλης στρατιάς υπό τον Μαχμούτ Πασά Δράμαλη απέδειξε ότι η Πύλη ήταν αποφασισμένη να ανακτήσει την Πελοπόννησο με κάθε μέσο.
Η στρατιά του Δράμαλη δεν αποτελούσε μια συνηθισμένη εκστρατευτική δύναμη. Ήταν ο ισχυρότερος στρατός που είχε σταλεί μέχρι τότε εναντίον των επαναστατημένων Ελλήνων. Διέθετε τακτικό πεζικό, πολυάριθμο ιππικό, πυροβολικό και σημαντικό εφοδιασμό, στοιχεία που δύσκολα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τις άτακτες ελληνικές δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί πίστεψαν αρχικά πως η αντίσταση ήταν μάταιη.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, όμως, κατανόησε ότι η δύναμη του αντιπάλου μπορούσε να μετατραπεί σε μειονέκτημα. Αντί να αναζητήσει μια συμβατική μάχη, εκμεταλλεύθηκε το φυσικό ανάγλυφο της Κορινθίας, τα στενά περάσματα και τη δυσκολία ανεφοδιασμού ενός τόσο μεγάλου στρατεύματος. Η στρατηγική αυτή δεν υπήρξε αποτέλεσμα αυτοσχεδιασμού, αλλά βαθιάς γνώσης του τόπου και εξαιρετικής αντίληψης της πολεμικής τέχνης.
Χαρακτηριστική υπήρξε η αποτίμηση του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, η οποία καθιερώθηκε ως μία από τις πιο γνωστές φράσεις της ελληνικής ιστοριογραφίας:
«Η μάχη του Βαλτετσίου εθεμελίωσε την Επανάστασιν, η άλωσις της Τριπολιτσάς εστερέωσε αυτήν, και η καταστροφή του Δράμαλη διέσωσεν αυτήν.»
Η διατύπωση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια λογοτεχνική υπερβολή. Εκφράζει τη διαπίστωση ότι, αν η στρατιά του Δράμαλη είχε κατορθώσει να συντρίψει τις ελληνικές δυνάμεις στην Πελοπόννησο, η Επανάσταση πιθανότατα θα είχε τερματιστεί πριν ακόμη αποκτήσει διεθνή υποστήριξη. Η ελληνική νίκη εξασφάλισε πολύτιμο χρόνο στους επαναστάτες, επέτρεψε την αναδιοργάνωση των δυνάμεών τους και κατέδειξε ότι η εξέγερση δεν ήταν ένα πρόσκαιρο ξέσπασμα αλλά ένας αγώνας με πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του Σκωτσέζου φιλέλληνα Thomas Gordon, ο οποίος περιέγραψε την εκστρατεία ως μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές αποτυχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τον Gordon, η σημασία της νίκης δεν περιοριζόταν στις απώλειες του οθωμανικού στρατού. Κυρίως αποδείκνυε ότι οι Έλληνες ήταν ικανοί να νικήσουν έναν οργανωμένο αυτοκρατορικό στρατό και όχι απλώς να διεξάγουν ανταρτοπόλεμο
Η νίκη στα Δερβενάκια δεν είχε μόνο στρατιωτικό αντίκτυπο. Είχε και τεράστια επικοινωνιακή σημασία. Οι ειδήσεις έφτασαν γρήγορα στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και δημοσιεύθηκαν στον γαλλικό και τον αγγλικό Τύπο, όπου προκάλεσαν έντονο ενδιαφέρον.
Η γαλλική εφημερίδα Le Constitutionnel ενημέρωνε τους αναγνώστες της ότι η μεγάλη στρατιά του Σουλτάνου είχε καταστραφεί μέσα στα στενά της Πελοποννήσου, υπογραμμίζοντας ότι οι Έλληνες απέδειξαν πως η ελευθερία δεν κρίνεται από την αριθμητική υπεροχή αλλά από την αποφασιστικότητα ενός λαού να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό υπήρξε το σχόλιο της Journal des Débats, η οποία παρουσίαζε τα Δερβενάκια ως τον «τάφο των ελπίδων του Σουλτάνου για την ανακατάληψη του Μοριά». Η εφημερίδα ανέδειξε τη στρατηγική ιδιοφυΐα των Ελλήνων, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν τη μορφολογία του εδάφους και τις αρχές του κλεφτοπολέμου για να εξουδετερώσουν έναν αριθμητικά υπέρτερο αντίπαλο.
Στη Βρετανία, οι ανταποκρίσεις της The Courier τόνιζαν ότι οι απώλειες του οθωμανικού στρατού ήταν ανυπολόγιστες και ότι η ελληνική υπόθεση απέκτησε νέα δυναμική. Λίγο αργότερα, οι The Times του Λονδίνου υπογράμμιζαν ότι η νίκη δεν αποτελούσε απλώς μια στρατιωτική επιτυχία, αλλά ένα πολιτικό γεγονός με ευρωπαϊκή σημασία, καθώς αποδείκνυε ότι η ελληνική εξέγερση ήταν ένας οργανωμένος εθνικός αγώνας και όχι μια παροδική ανταρσία.

Η σημασία αυτών των δημοσιευμάτων υπήρξε τεράστια. Ο ευρωπαϊκός φιλελληνισμός δεν τρεφόταν μόνο από τον θαυμασμό για την αρχαία Ελλάδα ή από το δράμα των σφαγών της Χίου. Τροφοδοτήθηκε και από την πεποίθηση ότι οι Έλληνες μπορούσαν πράγματι να νικήσουν. Η Κορινθία αποτέλεσε ίσως την πρώτη μεγάλη απόδειξη αυτής της δυνατότητας.
Από το καλοκαίρι του 1822 και έπειτα, η ελληνική υπόθεση άρχισε να αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως ζήτημα διεθνούς πολιτικής και όχι απλώς ως εσωτερική υπόθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η στρατιωτική επιτυχία στην Κορινθία συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση αυτής της νέας εικόνας, προετοιμάζοντας το έδαφος για την ενίσχυση του φιλελληνικού κινήματος και, τελικά, για τη διπλωματική παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων που θα κορυφωνόταν λίγα χρόνια αργότερα στο Ναβαρίνο.
Από την ιστορική μνήμη στην επανασύνδεση με το ιστορικό παρελθόν
Οι μεγάλες ιστορικές στιγμές δεν επιβιώνουν μόνο μέσα από τα στρατιωτικά αρχεία, τις διπλωματικές αναφορές, τα άρθρα των επιφυλλίδων και τα έργα των ιστορικών. Επιβιώνουν κυρίως όταν μετατρέπονται σε μνήμη, σε αφήγηση και σε πολιτισμικό σύμβολο. Η νίκη των Ελλήνων εναντίον της στρατιάς του Δράμαλη στην Κορινθία δεν έμεινε απλώς καταγεγραμμένη ως ένα σημαντικό στρατιωτικό γεγονός. Πολύ σύντομα μεταμορφώθηκε σε ένα από τα ισχυρότερα διαχρονικά σύμβολα της Ελληνικής Επανάστασης, ένα γεγονός που ενέπνευσε ποιητές, ιστορικούς και καλλιτέχνες τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.
Αυτή η λογοτεχνική πρόσληψη των μαχών του 1822 δείχνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: ότι η Κορινθία δεν έγινε μόνο ένας τόπος στρατιωτικής νίκης αλλά ένας τόπος νοήματος. Εκεί η νεότερη Ελλάδα επιχείρησε να συνδέσει το παρόν της Επανάστασης με το ένδοξο παρελθόν της αρχαιότητας, δημιουργώντας μια ιστορική συνέχεια ανάμεσα στους αγώνες των αρχαίων Ελλήνων και στους αγώνες των επαναστατών του 1821.
Η θεωρητική προσέγγιση με το ένδοξο ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού που είχε αναδομηθεί από την πεφωτισμένη ελίτ της Ευρώπης κατά τον 18ο και 19ο αιώνα δεν είχε ευρεία αποδοχή καθώς στην πράξη, προεπαναστατικά, η Ελλάδα και οι Έλληνες έμοιαζαν εντελώς αποσυνδεδεμένοι με οτιδήποτε είχε σχέση με την αρχαία Ελλάδα. Μάλιστα, ένθερμοι φιλέλληνες υποστηρικτές της Επανάστασης του 1821, όπως ο διάσημος Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός Σατωβριάνδος, είχε δει τους Έλληνες το 1811 ως μια ράτσα δούλων που δεν είχαν τίποτα κοινό με τους ένδοξους αρχαίους προγόνους τους. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Λόρδος Βύρωνας που είχε περάσει και από την Κόρινθο το 1811, έγραφε με έναν βρετανικό φλεγματισμό μερικούς μήνες αργότερα στο μεγαλειώδες έργο του, το Childe Harold’s Pilgrimage, για τους Έλληνες, ««Πλησίασε, λαχταριστέ σκλάβε που κουλουριάζεσαι— Πες, δεν είναι Θερμοπύλες αυτές;» υπογραμμίζοντας την άγνοια των παρηκμασμένων Ελλήνων για το ηρωικό τους παρελθόν.
Πάνω σε αυτό ακριβώς το ηρωικό παρελθόν, όμως, θα έρθουν και θα κτίσουν το δικό τους ιστορικό αφήγημα για ελευθερία από τον οθωμανικό ζυγό οι επαναστατημένοι Έλληνες. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες της απαρχής του Αγώνα ο Κολοκοτρώνης θα στείλει επαναστατική προκήρυξη στο λαό της Αρκαδίας προτρέποντας τους να μην φοβηθούν γιατί, «Σεῖς εἶσθε ἀτρόμητοι καὶ τῶν προγόνων μας ἀπόγονοι».

Με παρόμοιο τρόπο ξεσήκωνε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις Παραδουνάβιες περιοχές τους Έλληνες γράφοντας, «Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ ἀνδρεῖοι, καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος. Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξὺ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν.»
Ο Κολοκοτρώνης είχε κληρονομήσει ήδη την ηρωική περσόνα του Λεωνίδα και πρώιμα επαναστατικά λαϊκά άσματα επαινούσαν αυτήν την ιστορική συνέχεια:
Του Λεωνίδα το σπαθί
Κολοκοτρώνης το κρατεί
Κι όποιον αν το δει λαβώνει
Τους Περσιάνους θανατώνει.
Στα στενά περάσματα όμως της Κορινθίας θα στηθεί το τέλειο σκηνικό για να ξαναπαιχτεί το αρχαίο δράμα με διαφορετικό όμως αποτέλεσμα, όπως γράφει και Παλαμάς στο ποίημα του για τον Κολοκοτρώνη:
«Στα Δερβενάκια η δόξα σου στυλώνει, / και της φυλής το εγερτήριο σήμαντρο χτυπά… / Εδώ δεν είναι Θερμοπύλες για να πέσεις, / εδώ είναι Δερβενάκια για να νικήσεις!»

Μάλιστα, μετά τις ένδοξες μάχες στην Κορινθία, τόσο ο Σατωβριάνδος όσο και Βύρωνας παλινώδησαν, αναγνωρίζοντας την ένδοξη και ηρωική συγγένεια των Ελλήνων με τους αρχαίους τους προγόνους.
Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα όμως σε δύο σημαντικά κείμενα που εκδόθηκαν λίγο μετά τις μάχες στην Κορινθία και την καταστροφή του στρατεύματος του Δράμαλη.
Το πρώτο, άγνωστο μέχρι σήμερα, λογοτεχνικό έργο που εμπνεύστηκε από τα γεγονότα της Κορινθίας είναι το ποίημα Une Corinthienne («Μία Κορίνθια») του Γάλλου φιλέλληνα Théophile Féburier, το οποίο δημοσιεύθηκε το 1823, μόλις λίγους μήνες μετά την καταστροφή του Δράμαλη.

Η χρονική αυτή εγγύτητα έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Ευρώπη δεν γνώριζε την Ελληνική Επανάσταση μόνο μέσα από τις διπλωματικές ανταποκρίσεις ή τις εφημερίδες. Την γνώριζε μέσα από τη λογοτεχνία, όπου οι Έλληνες αγωνιστές παρουσιάζονταν ως σύγχρονοι υπερασπιστές της ελευθερίας.
Στο ποίημα του Féburier η Κόρινθος δεν εμφανίζεται απλώς ως γεωγραφικός τόπος. Γίνεται σύμβολο. Η «Κορίνθια» γυναίκα του τίτλου αντιπροσωπεύει τη γυναίκα της επαναστατημένης Ελλάδας, την ίδια την πατρίδα που υποφέρει αλλά και αντιστέκεται. Η τραγωδία και η ηρωικότητα συνυπάρχουν: ο πόνος για τις απώλειες του πολέμου συνδέεται με την περηφάνια για τη νίκη απέναντι σε μια πανίσχυρη αυτοκρατορική δύναμη.
Το ενδιαφέρον του ποιήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν παρουσιάζει την καταστροφή του Δράμαλη μόνο ως στρατιωτική επιτυχία. Την παρουσιάζει ως ηθική νίκη. Οι Έλληνες νικούν επειδή υπερασπίζονται μια δίκαιη υπόθεση, την ελευθερία τους. Τη νίκη αυτή την επιτυγχάνουν με έναν ηρωισμό που παραπέμπει άμεσα στη Μάχη των Θερμοπυλών:
Κόρη μου (Κορινθία), μαζί με το γένος σου,
στην ακμή της νιότης σου, προκαλείς την ζήλια
των 300 ιερών σκιών στις Θερμοπύλες
Το ποίημα του Féburier εντάσσεται έτσι σε ένα ευρύτερο κύμα ευρωπαϊκού φιλελληνισμού, όπου η Ελλάδα του 1821 αναγεννιόταν μέσα από την εικόνα της αρχαίας Ελλάδας. Η Κόρινθος, ένας τόπος με τεράστιο ιστορικό φορτίο ήδη από την αρχαιότητα, αποκτά ξανά συμβολικό ρόλο: γίνεται το σημείο όπου ο σύγχρονος ελληνισμός δειλά δειλά ξανασυνδέεται με τον αρχαίο!
Η σημαντικότερη όμως ποιητική αποτύπωση των μαχών της Κορινθίας βρίσκεται στο μνημειώδες έργο του Διονυσίου Σολωμού, στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, που γράφτηκε το 1823, λίγους μήνες μετά την καταστροφή του Δράμαλη. Ο Σολωμός δεν αντιμετωπίζει την Επανάσταση ως μια σειρά απομονωμένων στρατιωτικών επεισοδίων. Δημιουργεί μια μεγάλη ποιητική αφήγηση του αγώνα, όπου κάθε μάχη αποκτά συμβολική σημασία. Οι στροφές 75–87 του ποιήματος, ένα άτυπος εθνικός ύμνος της Κορινθίας, αναφέρονται στο σύνολο των συγκρούσεων στην Κόρινθο και την τελική καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη.
Είναι τόσο συγκλονιστικά τα κατορθώματα των Ελλήνων στην Κορινθία που ωθούν στην 78η στροφή τον ποιητή να ανακαλέσει πίσω τους ήρωες των Θερμοπυλών ώστε να επικυρώσουν τον ηρωισμό των απογόνων τους:
Ω τρακόσιοι! Σηκωθείτε
και ξανάλθετε σ’ εμάς·
τα παιδιά σας θέλ’ ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.
Η επιλογή του Σολωμού να συμπεριλάβει τα γεγονότα της Κορινθίας στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν έχει τεράστια φυσικά σημασία, αν και έχει ελάχιστα μελετηθεί. Το ποίημα αυτό δεν ήταν απλώς ένα λογοτεχνικό έργο. Έγινε ένα από τα βασικά κείμενα συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας του νέου ελληνικού κράτους. Μέσα από τους στίχους του, οι μάχες του 1822 μεταφέρθηκαν από το πεδίο της μάχης στο πεδίο της συλλογικής μνήμης και μέσα από τις μάχες στην Κορινθία και την καταστροφή του Δράμαλη προστέθηκε άλλος ένας συνδετικός κρίκος στην επαναπροσέγγιση με το ιστορικό παρελθόν, δημιουργώντας, για όσους πιστεύουν σε τέτοιες συνέχειες, τις δικές μας κοντινές Θερμοπύλες!
* Ο Νίκος Πουλόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι-Σεντ Λούις
Κατηγορίες:ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΝΕΑ




















