
Ένα ακόμη αυγουστιάτικο φεγγάρι, μια ακόμη νυχτερινή εξόρμηση στις επιβλητικές πλαγιές της Μεγάλης Ζήρειας. Η πρόσφατη νυχτερινή ανάβαση του Ορειβατικού Συλλόγου Κορίνθου (Ε.Ο.Σ. Κορίνθου) κάτω από το φως της αυγουστιάτικης πανσελήνου του Οξύρρυγχου, με το φως των φακών να χαράζει το μονοπάτι από το καταφύγιο Β’ προς την κορυφή, χάρισε στους συμμετέχοντες, εικόνες μαγικές, που τις μοιράστηκαν στα social media.
Έτσι, λοιπόν, καθώς διάβαζα τις εντυπώσεις των σύγχρονων ορειβατών – για την αστραφτερή θέα που απλωνόταν από το Λουτράκι ως το Ναύπλιο κι από τη Νεμέα ως το Κιάτο, αλλά για τα κρασιά και τις ιστορίες για λύκους που ανταλλάχθηκαν στο καταφύγιο – ένα καμπανάκι χτύπησε στη μνήμη μου για κάτι που είχα διαβάσει στα αρχεία των Κορινθιακών εφημερίδων…
Και ω, τι σύμπτωση! Ήταν πράγματι έτσι!
Την ίδια ακριβώς εποχή, ένα σχεδόν αιώνα πριν – Αύγουστος του 1930 – μια άλλη παρέα ξεκίνησε από το ορεινό Μάρκασι για την ίδια ακριβώς διαδρομή, αποτυπώνοντας την εμπειρία της στις σελίδες της ιστορικής εφημερίδας «ΣΙΚΥΩΝ» (φύλλο της 31ης Αυγούστου 1930)!
Η Ζήρεια, το «διαμάντι» της Κορινθίας, παραμένει ένας διαχρονικά ελκυστικός, σχεδόν μαγνητικός προορισμός για τους λάτρεις της περιπέτειας. Είναι αξιοσημείωτο πως η ανάβαση του 1930 πραγματοποιήθηκε έξι χρόνια πριν από την επίσημη ίδρυση του Ε.Ο.Σ. Κορίνθου (ο οποίος ιδρύθηκε το 1936), αποδεικνύοντας ότι το πάθος για τις «κορινθιακές Άλπεις» έκαιγε άσβεστο στους ντόπιους περιηγητές πολύ πριν αποκτήσει οργανωμένη συλλογική μορφή.
Ας δούμε όμως πώς περιγράφει η γλαφυρή γραφίδα του ανταποκριτή της εφημερίδας «Γ.Μ.» την ανάβαση του 1930, εντοπίζοντας κοινά ή και όχι, σημεία με το σήμερα…
Η νυχτερινή εκκίνηση και το δάσος της Φλαμπουρίτσας
Όλα ξεκίνησαν «από μια μικρή ευθυμία» σε μια φεγγαρόλουστη βραδιά στο Μάρκασι. Γύρω στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, μια παρέα έξι ατόμων βρέθηκε έτοιμοι για το μεγάλο ταξίδι. Σε αντίθεση με τους σημερινούς ορειβάτες που φέρουν τεχνικό εξοπλισμό, ισοθερμικά και φακούς κεφαλής ενώ αυτοκίνητα τους μετέφεραν στο οροπέδιο, η παρέα του 1930 ξεκίνησε με «πρόχειρο οπλισμό», συντροφιά με τέσσερα κυνηγετικά σκυλιά και πέντε ημιόνους (μουλάρια) φορτωμένους αποσκευές.
Κατηφόρισαν από το Μάρκασι και στις 5 το πρωί μπήκαν στο παρθένο δάσος της Φλαμπουρίτσας, το οποίο τότε αποτελούσε ιδιοκτησία του κ. Γουλιέλμου Έσλιν. Η φύση ήταν ολοζώντανη, αλλά και γεμάτη άγρια μυστήρια: ανάμεσα στα τρελά κελαηδίσματα των πουλιών, η ομάδα κοκάλωσε ακούγοντας τους θρήνους μιας λύκαινας που φώναζε τα μικρά της!
Στην πρόσφατη ανάβαση του Ε.Ο.Σ. Κορίνθου, οι λύκοι υπήρχαν μόνο ως θέμα συζήτησης και διηγήσεων γύρω από το τραπέζι του καταφυγίου με ένα ποτήρι κρασί. Το 1930 όμως, η παρουσία τους ήταν ολοζώντανη και ο φόβος της «φωλιάς των λύκων» προκάλεσε στιγμιαίο τρόμο στην πεζοπόρο ομάδα.
Η συνάντηση με τον «πολιτισμό» του υδροπριονιού
Αφού διέσχισαν πολλές φορές τις κοίτες του ποταμού Σύθα, οι οδοιπόροι άκουσαν μέσα στην απέραντη ελατοσκέπαστη χαράδρα τον ρυθμικό ήχο «ντούκου-ντούκου» από το υδροπρίονο του κ. Θεοχάρη. Στις 6:30 το πρωί αντίκρισαν μια εικόνα απρόσμενου βιομηχανικού πολιτισμού στην ερημιά: ξύλινες κατασκευές, πελώρια σπίτια, βαγόνια 30-40 μέτρων για τη μεταφορά ξυλείας, αποθήκες τροφίμων, οινοβάρελα, τυροβάρελα και τεράστιες στοίβες από σανίδες.
Η θερμή υποδοχή των Ηλία και Παντελή Θεοχάρη συνοδεύτηκε από μια εντυπωσιακή περιήγηση στις συλλογές όπλων και πυρομαχικών των εγκαταστάσεων. Ο αρθρογράφος αναλογίζεται μάλιστα με νόημα πόσους διαβόητους ληστές της εποχής –όπως τους Ρεντζαίους ή τους Κουμπαίους – θα είχαν αναγκαστεί να φιλοξενήσουν εκεί στα ορεινά καταφύγια, χωρίς ευτυχώς να δοκιμάσουν ποτέ την παραμικρή ενόχληση.
Στην καλύβα του τσέλιγκα Μήτρου Χανιά
Αφού γευμάτισαν και ξεκουράστηκαν, στις 4 το απόγευμα ξεκίνησαν την ανηφόρα προς το οροπέδιο, όπου εκείνη την εποχή ξεκαλοκαίριαζαν περισσότερες από δέκα οικογένειες ποιμένων. Ο τόπος αντηχούσε από τα κουδούνια των κοπαδιών και τα γαυγίσματα των τσοπανόσκυλων.
Ύστερα από τρίωρη πορεία, έφτασαν στον τόπο διανυκτέρευσης: το λιβάδι του περίφημου τσέλιγκα κυρ Μήτρου Χανιά, η πλούσια καλύβα του οποίου είχε φιλοξενήσει εκατοντάδες αναβάτες. Η υποδοχή έγινε με την επίθεση πέντε άγριων μαντρόσκυλων, πριν προβάλει η επιβλητική φιγούρα του τσέλιγκα να ρωτά: «Για πού, ρε παιδιά;»
Ακολούθησε ένα αυθεντικό ορεινό τραπέζωμα που θα ζήλευε κάθε σημερινός περιηγητής: καγιανάς, φρέσκο τυρί, αυγά, βούτυρο, ζεστό ψωμί, άφθονο κρασί και δύο καλάθια φρούτα. Στις 11 το βράδυ, αποκαμωμένοι, αποκοιμήθηκαν γύρω από τη φωτιά που έκαιγε στο κέντρο της καλύβας, προγραμματίζοντας να ξυπνήσουν στις 4 το πρωί για την κορυφή. Τους προέλαβε όμως ο τσέλιγκας με τη δραματική φωνή του: «Ουφ, ξημέρωσε, μωρέ παιδιά!»

Η ανατολή στην κορυφή και τα ονόματα στις πέτρες
Η ανάβαση προς την κορυφή έγινε μέσα σε τσουχτερό κρύο. Παρά τα διπλά βαριά ρούχα, τα χέρια τους είχαν παγώσει, ενώ σε χαράδρες υπήρχαν ακόμη υπολείμματα από χιόνι.
Φτάνοντας στο τσιμεντένιο κολωνάκι της κορυφής (στα 2.374 μέτρα), έζησαν τη μαγεία της ανατολής. Ο πορφυρός δίσκος του ήλιου ανέτειλε επιβλητικός, ενώ σταδιακά έσβηναν τα φώτα από το «τρεμουλιαστό Ναύπλιο».
Εδώ εντοπίζεται μια πανέμορφη ομοιότητα με τη χθεσινή ανάβαση του Ε.Ο.Σ. Κορίνθου: όπως οι σύγχρονοι ορειβάτες αγνάντευαν τη νύχτα τα φώτα από το Λουτράκι και το Κιάτο ως το Ναύπλιο, έτσι και το 1930 η ομάδα του Μαρκασίου παρακολουθούσε τη νυχτερινή λάμψη της Αργολίδας να παραδίδει τη σκυτάλη στο πρώτο φως της ημέρας.
Με τα κιάλια της εποχής, η παρέα του 1930 παρατηρούσε τον Κορινθιακό, τον Σαρωνικό, τον Πατραϊκό, αλλά και το ταχύ τρένο της Τρίπολης που διέσχιζε την πεδιάδα της Αργολίδας. Παγωμένοι από την πρωινή υγρασία, κατέφυγαν στο σημείο «Σταυρός» για να φάνε λίγο ψωμί – που τους φάνηκε γλύκισμα – παρά το γεγονός ότι τα δάχτυλά τους είχαν ξυλιάσει από το ψύχος.
Στην εξερεύνηση της κορυφής, οι ταξιδιώτες του 1930 ανακάλυψαν δεκάδες ονόματα χαραγμένα πάνω στις πέτρες: κυνηγοί, δημοσιογράφοι, περιηγητές, στρατιωτικοί και μοναχοί είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους, μαζί με μια ποιητική αφιέρωση από γνωστό διευθυντή αθηναϊκής εφημερίδας.
Πριν πάρουν τον δρόμο της επιστροφής, η παρέα έριξε τους καθιερωμένους τότε αποχαιρετιστήριους πυροβολισμούς στον αέρα προς τιμήν της υψηλότερης κορυφής της Κορινθίας.
Σχεδόν εκατό χρόνια πέρασαν από τότε. Οι ημίονοι αντικαταστάθηκαν από σύγχρονα σακίδια και τεχνικά μποτάκια, τα όπλα από φωτογραφικές μηχανές και smartphones, και η καλύβα του τσέλιγκα από το οργανωμένο καταφύγιο.
Όμως η ουσία παραμένει ίδια: η συντροφικότητα, το δέος μπροστά στη φύση και η αξεπέραστη γοητεία της Ζήρειας που συνεχίζει, έναν αιώνα μετά, να ενώνει τις γενιές των ορειβατών κάτω από το ίδιο αυγουστιάτικο φεγγάρι.
Έρευνα-επιμέλεια-κείμενα: Γιώτα Χρ. Αθανασούλη
Πηγή: Αρχείο Εφημερίδας “ΣΙΚΥΩΝ” στη βιβλιοθήκη της Ελληνικής Βουλής
Categories: ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ





























